Οι κυρώσεις κατά του Κρεμλίνου άρχισαν να πλήττουν περισσότερο την ευρωπαϊκή οικονομία, παρά τη ρωσική
- Από τον
Γιώργο Τραπεζιώτη
Ηταν ακόμη αρχές του 19ου αιώνα, όταν ο Ρώσος φιλόσοφος Πιότρ Τσααντάγεφ διατύπωνε μια σκέψη, την οποία, όμως, η Ευρώπη προτίμησε να παρακάμψει. Οτι η Ρωσία δεν ανήκει ούτε στη Δύση ούτε στην Ανατολή. Αλλά στέκεται μόνη της, έξω από την Ιστορία.
Ο Τσααντάγεφ, βέβαια, την εποχή εκείνη δεν φανταζόταν ούτε τον Ψυχρό Πόλεμο που θα ξεσπούσε αμέσως μετά το τέλος ενός πολέμου παγκόσμιων διαστάσεων, του δεύτερου στη σειρά που θα βίωνε η ανθρωπότητα. Ούτε μπορούσε να διανοηθεί πως εξαιτίας του θα οικοδομούνταν πολιτικά το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Γεγονότα τα οποία θα (καθ)όριζαν για πάντα τις σχέσεις Ανατολής – Δύσης. Δύο αιώνες αργότερα η φράση αυτή επιστρέφει. Κι όχι ως φιλοσοφικός στοχασμός, αλλά ως ένα πολιτικό γεγονός.
Η Ευρώπη του σήμερα και των πολλών προβλημάτων σε επίπεδο Ε.Ε., που επανειλημμένα προσπάθησε να δαμάσει, να τιμωρήσει ή ακόμα και να αγνοήσει τη Ρωσία, βρίσκεται πλέον στη θέση του «πρώην εξαρτημένου», που αναζητά νέα σημεία αναφοράς. Πληρώνοντας ακριβά τον σχεδόν εμμονικό της πολιτικό και γεωστρατηγικό ετεροπροσδιορισμό. Κατάσταση που εντάθηκε ειδικά μετά την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, στις αρχές του 2025. Η οποία αποκάλυψε στους Ευρωπαίους πως η παραδοσιακή και δεδομένη αμερικανική στήριξη -είτε ως «ομπρέλα» ασφαλείας είτε ως ηθική ηγεμονία ή ακόμα και ως οικονομική «πλάτη» στα δύσκολα- υποχωρεί, και μάλιστα απότομα.
Ο Τραμπ, απολύτως πιστός στο δικό του αμφιλεγόμενο δόγμα «America First», χάραξε άλλο δρόμο. Ανοιξε απευθείας δίαυλο επικοινωνίας με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, τόσο με τηλεφωνικές επαφές όσο και με μια συνάντηση υψηλού επιπέδου στην Αλάσκα, το καλοκαίρι του 2025, επιδιώκοντας να κλείσει το κεφάλαιο του πολέμου στην Ουκρανία. Με όρους όμως που εξυπηρετούν πρωτίστως τις αμερικανικές προτεραιότητες. Προσπάθειες οι οποίες, πάντως, δεν προχώρησαν με την επιθυμητή ταχύτητα και με αποτέλεσμα ο πόλεμος να συνεχίζεται με σφοδρότητα. Και με την Ε.Ε. να βρίσκεται πια αντιμέτωπη με μια νέα -σχεδόν ζοφερή, υπαρξιακού τύπου- πραγματικότητα για την ίδια, που περιλαμβάνει την ενεργειακή πίεση, την οικονομική κόπωση, αλλά και μια βαθιά στρατηγική αβεβαιότητα.
Και κάπου εδώ από το σημείο της σχεδόν τυφλής υποστήριξης της Ουκρανίας και της πολεμικής προσπάθειας του Βολοντίμιρ Ζελένσκι από τους «πρόθυμους» της Ευρώπης, κάτι φαίνεται πλέον να αλλάζει. Και οι πρόσφατες δηλώσεις κορυφαίων ευρω-ηγετών δεν είναι τυχαίες, αλλά αποτελούν ενδείξεις μιας σταδιακής μεν, αλλά σαφούς πολιτικής μετατόπισης.
Η Τζόρτζια Μελόνι στις αρχές Ιανουαρίου του 2026 δήλωνε ότι «ήρθε η ώρα η Ευρώπη να μιλήσει με τη Ρωσία». Ο Εμανουέλ Μακρόν, βέβαια, είχε ήδη προετοιμάσει το έδαφος από τον Δεκέμβριο του 2025, μιλώντας για την ανάγκη «πλήρους διαλόγου» με τον Πούτιν. Και ήρθε στην «παρέα» να προστεθεί και ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος απευθυνόμενος σε επιχειρηματικό ακροατήριο της Γερμανίας χαρακτήρισε τη Ρωσία «ευρωπαϊκή χώρα» και «τον μεγαλύτερο γείτονα της Ευρώπης», υπογραμμίζοντας συγχρόνως ότι η μακροπρόθεσμη ισορροπία μαζί της αποτελεί προϋπόθεση για ένα σταθερό μέλλον. Το Κρεμλίνο, βέβαια, μέσω του Ντμίτρι Πεσκόφ, χαιρέτισε τις τοποθετήσεις αυτές ως «θετική εξέλιξη».
Η αιτία αυτής της ευρωπαϊκής στροφής δεν είναι κάποια ξαφνική συμπάθεια προς τη Μόσχα, αλλά το αποτέλεσμα της εξάντλησης που προκάλεσαν συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές της Δύσης και ειδικότερα η αποτυχία της προσπάθειας της διοίκησης Μπάιντεν να αναβιώσει, με άλλους όρους, έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο.
Κι αν σε όλα αυτά προστεθεί και το γεγονός πως η γηραιά ήπειρος αντιλαμβάνεται πλέον ότι η Ουάσινγκτον την εργαλειοποίησε τα προηγούμενα χρόνια ως «μπροστινό» σε μια αδιέξοδη πολεμική εκστρατεία, πως οι κυρώσεις κατά της Μόσχας άρχισαν να πλήττουν περισσότερο την ευρωπαϊκή οικονομία παρά τη ρωσική και ότι ακόμα και χώρες όπως η Ινδία και η Νότια Αφρική επέλεξαν να ενισχύσουν τις σχέσεις τους με τη Ρωσία, τότε οι μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες το… ξανασκέφτονται. Και σε αυτό βοήθησε και ο Τραμπ, με την ωμή του προσέγγιση στα πράγματα, που έβαλε τέλος στα προσχήματα. Και δεν επικαλείται «αξίες» όταν διακυβεύονται ζητήματα οικονομίας, ενέργειας γεωπολιτικών ισορροπιών. Κι αυτή η τραμπική «ειλικρίνεια» δεν ενισχύει βεβαίως τον ευρωπαϊκό σεβασμό προς τις ΗΠΑ, αντίθετα, υποχρεώνει την Ευρώπη να κοιτάξει την πραγματικότητα κατάματα.

