Η Eφη Ρευματά μιλά στο «Enjoy» για τη βία που κρύβεται πίσω από το χιούμορ, την ευθύνη του θεάτρου να θέτει ενοχλητικά ερωτήματα και την εργασιακή ζούγκλα όπου όλοι καλούνται να κάνουν… push up.
Μεγαλωμένη μέσα στο θέατρο, αλλά με τη δική της ξεχωριστή διαδρομή, η Εφη Ρευματά έχει μάθει να παρατηρεί τους ανθρώπους πίσω από τους ρόλους και τα συστήματα που τους καθορίζουν.
- Από τον Ηλία Μαραβέγια
Στο «Push up» του Ρόλαντ Σιμελπφένιχ, που παρουσιάζεται στο θέατρο ΕΛΕΡ, υπογράφει μετάφραση, διασκευή και σκηνοθεσία, φωτίζοντας τις σκοτεινές πτυχές της σύγχρονης επαγγελματικής ζωής: πολυεθνικές, εξουσία, ανταγωνισμός, έμφυλες και ηλικιακές ανισότητες.
Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε αρχικά στο «Push up» του Σιμελπφένιχ;
Μου αρέσουν πάρα πολύ τα έργα που αναφέρονται σε ένα συγκεκριμένο επαγγελματικό περιβάλλον. Βρίσκω ενδιαφέρουσες τις σχέσεις που δημιουργούνται μέσα σε αυτό, γιατί είναι πάντα ωραίο να παρατηρείς πώς οι άνθρωποι μεταμορφώνονται: φοράνε το επαγγελματικό τους «κοστούμι», που συνοδεύεται από μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, την οποία υιοθετούν στη δουλειά τους και η οποία πολλές φορές απέχει πολύ από τη συμπεριφορά που έχουν στη ζωή τους και στους δικούς τους ανθρώπους. Πόσo μάλλον όταν το συγκεκριμένο έργο αναφέρεται σε μια πολυεθνική εταιρία – το απόλυτο corporate επαγγελματικό περιβάλλον. Αν προσθέσουμε και τον συγγραφέα, που είναι ο αγαπημένος μου, ο Ρόλαντ Σιμελπφένιχ, νομίζω ότι δεν χρειάζεται να απαριθμήσουμε περισσότερους λόγους για τους οποίους επέλεξα το συγκεκριμένο έργο.
Νιώθετε διαφορετική ευθύνη όταν κρατάτε ταυτόχρονα -όπως τώρα- τρεις ρόλους: μεταφράστρια, σκηνοθέτρια και δραματουργός;
Νιώθω πως είναι πιο ολοκληρωμένη η δουλειά που χρειάζεται να κάνω. Μεταφράζοντας το έργο αρχίζω να το φαντάζομαι, κάνοντας τη διασκευή το προσαρμόζω σε αυτό που έχω φανταστεί και σκηνοθετώντας συμπληρώνω με το υλικό των ηθοποιών, χρησιμοποιώντας τα δικά τους εργαλεία. Κάπως έτσι το παζλ ολοκληρώνεται και το όραμα παίρνει σάρκα και οστά. Αυτό είναι μια πολύ ευχάριστη διαδικασία.
Το «Push up» παρουσιάζει έναν εργασιακό κόσμο σκληρό, ανταγωνιστικό και σχεδόν απάνθρωπο. Πόσο κοντά πιστεύετε ότι βρίσκεται στην ελληνική πραγματικότητα του σήμερα;
Το έργο γράφτηκε το 2001 και διαδραματίζεται μέσα σε μια πολυεθνική εταιρία στις αρχές της νέας χιλιετίας. Μέσα στις πρόβες ανακαλύψαμε πόσο επίκαιρο και διαχρονικό είναι. Πιστεύω ότι και σε δέκα χρόνια θα μπορεί να παίζεται και να φαίνεται ξανά επίκαιρο, αφού η τεχνολογία προχωρά με ολοένα και πιο γοργούς ρυθμούς, η αποξένωση γίνεται όλο και πιο εμφανής, η μοναχικότητα μπροστά από μια οθόνη τείνει να γίνει καθημερινή συνήθεια. Η μοναξιά κυριαρχεί, η επαγγελματική αποκατάσταση γίνεται το μόνο ζητούμενο και το χρήμα αυτοσκοπός.

Στο σκηνοθετικό σας σημείωμα αναφέρετε ότι τα ζευγάρια των ηρώων είναι στην ουσία οι δύο όψεις του ίδιου χαρακτήρα. Πώς δουλέψατε αυτή τη διπλή ανάγνωση επί σκηνής;
Πράγματι, υπάρχουν τρία διαφορετικά ζευγάρια που δημιουργούνται μέσα στην εταιρία. Η προϊσταμένη (Φανή Παναγιωτίδου) και μια νεαρή, τάχιστα ανερχόμενη εργαζόμενη (Βιβή Φωτοπούλου). Eνας νέος άντρας με πολλές φιλοδοξίες (Θεμιστοκλής Μαλεσάγκος) και μια νεαρή, επιτυχημένη γυναίκα στην ίδια ηλικία (Αθανασία Κουρκάκη), που ερωτεύονται. Και τέλος, ο μεγαλύτερος σε ηλικία εργαζόμενος, το δεξί χέρι του διευθυντή, που μετά από πολλά χρόνια έχει φτάσει στο ψηλότερο σκαλί της πυραμίδας (Κώστας Ανταλόπουλος) και ο εθισμένος στο διαδίκτυο προστατευόμενός του (Νίκος Στεργιώτης), οι οποίοι διεκδικούν τη νέα θέση που ανοίγει στο Ντουμπάι. Αυτά τα ζευγάρια, ενώ φαίνονται τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, έχουν τόσες ομοιότητες που τείνουν να μοιάζουν ακόμα και εμφανισιακά. Το κάστινγκ έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο – όχι τόσο για να μοιάζουν οι ηθοποιοί στα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά, όσο για να ταυτίζονται η ενέργεια, η αύρα και η παρουσία τους πάνω στη σκηνή. Φυσικά, πρόκειται και για έξι εξαιρετικούς ηθοποιούς, οι οποίοι μέσα από πολλές πρόβες έχουν αποκτήσει τη χημεία που είναι απαραίτητη ώστε να φαίνεται πως ο ένας εργαζόμενος είναι η άλλη όψη του νομίσματος του άλλου.
Το χιούμορ στο έργο λειτουργεί σχεδόν σαν παγίδα για τον θεατή. Ηταν συνειδητή επιλογή να γελάμε πριν συνειδητοποιήσουμε τη βία που κρύβεται από κάτω;
Ναι, είναι μια συνειδητή διαδικασία που αρχίζει από τον ίδιο τον συγγραφέα. Ο Σιμελπφένιχ χρησιμοποιεί το χιούμορ για να πει αυτό που δεν λέγεται, για να δείξει αυτό που δεν φαίνεται, για να κάνει την ανατροπή πιο αναπάντεχη. Αυτός είναι ο τρόπος γραφής του και γι’ αυτό μου αρέσει να ασχολούμαι με τον συγκεκριμένο συγγραφέα: διακρίνοντας αυτές τις αποχρώσεις στα κείμενά του, μπορώ να τις εκμεταλλευτώ σκηνοθετικά. Πράγματι, πίσω από αυτό το χιούμορ, κάτω από την επίφαση ενός corporate περιβάλλοντος, κρύβονται βίαιοι χαρακτήρες και ανήθικες συμπεριφορές. Αλλά αυτό, άλλωστε, δεν συμβαίνει και στη ζωή;
Το «Push up» μιλά για εξουσία, έμφυλες ανισότητες, ηλικιακό ρατσισμό και εργασιακή επισφάλεια. Ποιο από αυτά τα ζητήματα θεωρείτε πιο καίριο σήμερα;
Oλα είναι πάρα πολύ σημαντικά και θα έπρεπε η κοινωνία να έχει προοδεύσει τόσο, ώστε να μη συζητάμε πια γι’ αυτά, αφού πρόκειται για θέματα που απασχολούν τις κοινωνίες εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Σίγουρα έχει γίνει κάποια πρόοδος, όμως είναι εξαιρετικά αργή. Εκείνο που με συγκινεί προσωπικά περισσότερο είναι ο ηλικιακός ρατσισμός. Δυστυχώς, με τη ραγδαία πρόοδο της τεχνολογίας, οι μεγαλύτεροι άνθρωποι, όταν δεν μπορούν να προσαρμοστούν, βρίσκονται αμέσως στο περιθώριο. Αυτό με θλίβει βαθιά, γιατί σκέφτομαι ποιος ασχολείται με αυτούς τους ανθρώπους, ποιος ενδιαφέρεται για το τι θα κάνουν μετά, πώς θα επιβιώσουν σε μια κοινωνία που τρέχει χωρίς να κοιτάζει πίσω της και τους προσπερνά – αν όχι τους ποδοπατά.
Πιστεύετε ότι η σύγχρονη κοινωνία μάς εκπαιδεύει να «πατάμε επί πτωμάτων» για να επιβιώσουμε ή υπάρχει ακόμη χώρος για ανθρωπιά;
Φυσικά και υπάρχει χώρος για ανθρωπιά· δεν θα μπορούσα να σκέφτομαι κάτι διαφορετικό. Πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι για να μπορούμε να επιβιώσουμε, να εμπιστευτούμε, να αγαπήσουμε. Παρ’ όλα αυτά, διαπιστώνω ότι η ανθρωπιά είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Θα ήθελα να «εκπαιδευτούμε» με τέτοιον τρόπο, ώστε να μπορούμε να εκπαιδεύουμε ο ένας τον άλλον για να συμβαίνει το αντίθετο.
Πώς βλέπετε τη νέα γενιά εργαζομένων που μεγαλώνει μέσα στην ψηφιακή υπερπληροφόρηση και τον διαρκή ανταγωνισμό;
Σίγουρα τους θαυμάζω. Γνωρίζουν πάρα πολλά και μπορούν να μάθουν πολύ γρήγορα άλλα τόσα, χρήσιμα και ωφέλιμα, ώστε να κάνουν πιο εύκολη τη ζωή τους και να διαπρέψουν στο επάγγελμά τους. Από την άλλη, όμως, φοβάμαι γι’ αυτή τη νέα γενιά, που σύντομα θα πάψει να είναι «νέα», γιατί πολύ γρήγορα θα έρθει η επόμενη «νέα» γενιά και εκείνη θα γίνει η «παλιά». Και αυτό θα συμβεί με απίστευτη ταχύτητα – όπως ακριβώς περιγράφεται και στο «Push up».

Μεγαλώσατε σε μια οικογένεια με βαθιά θεατρική παράδοση. Πόσο καθόρισαν οι γονείς σας, Μάκης Ρευματάς και Eλλη Κωνσταντίνου, την απόφασή σας να ακολουθήσετε αυτόν τον δρόμο;
Aμεσα, καθόλου. Οι γονείς μου -και κυρίως ο πατέρας μου- πίστευαν ότι το συγκεκριμένο επάγγελμα είναι αρκετά δύσκολο και, όπως έλεγε ο ίδιος, χρειάζεται «γερό στομάχι». Oπως οι περισσότεροι γονείς, δεν ήθελαν η μοναχοκόρη τους να στενoχωριέται και να απογοητεύεται από τις απορρίψεις, που είναι πολύ συχνές σε αυτή τη δουλειά. Eμμεσα, όμως, επηρεάστηκα πολύ. Μεγάλωσα μέσα σε ένα αμιγώς θεατρικό περιβάλλον και νομίζω πως ήταν μονόδρομος να ασχοληθώ με την τέχνη σε κάποια μορφή της. Δεν ήταν πάντα ξεκάθαρο ποια θα ήταν αυτή – και ίσως ούτε και σήμερα να έχει ξεκαθαρίσει απόλυτα. Αγαπώ το θέατρο, το γνωρίζω και το ζω από μικρή, το ανακαλύπτω καθημερινά και συνεχίζω ακόμη να το σπουδάζω. Συνήθως τα παιδιά των καλλιτεχνών, μέσα από την καθημερινότητα στην οποία μεγαλώνουν, είτε λατρεύουν αυτή τη δουλειά είτε την απεχθάνονται. Εγώ ανήκω ξεκάθαρα στην πρώτη κατηγορία, όσο κι αν οι γονείς μου προσπάθησαν να με αποτρέψουν.
Τι κρατάτε μέχρι σήμερα από τη στάση ζωής και τέχνης των γονιών σας;
Κρατάω αυτό που μου έλεγαν πάντα: ότι η δουλειά του ηθοποιού είναι μια δουλειά σαν όλες τις άλλες, ότι το θέατρο είναι ένας επαγγελματικός χώρος όπως όλοι οι υπόλοιποι, και ότι τέχνη υπάρχει όταν οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως επαγγέλματος, μπορούν να σκέφτονται και τους συνανθρώπους τους.
Μια γυναίκα σκηνοθέτης ή και ηθοποιός ακόμα έχει ισότιμη μεταχείριση με τους άνδρες συναδέλφους της στην Ελλάδα σήμερα;
Σε κάθε επάγγελμα που έχει καθιερωθεί ως ανδροκρατούμενο «απαιτείται» από μια γυναίκα να έχει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά – κανείς όμως δεν ξέρει ποια ακριβώς είναι αυτή. Αν είναι αυστηρή, θα πουν «τι κρίμα, μια γυναίκα να φέρεται σαν άνδρας». Αν δεν είναι, «φέρεται γυναικεία». Και γεννιέται το ερώτημα: τι ορίζει τη γυναικεία επαγγελματική συμπεριφορά; Ή την αντρική; Στην τέχνη, γενικά, οι διακρίσεις αμβλύνονται λόγω των συναισθημάτων που απορρέουν κατά τη διαδικασία της δημιουργίας – και αυτό είναι το ευχάριστο κομμάτι. Το δυσάρεστο είναι ότι ακόμη και στην Ελλάδα του 2026 υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν τους καλλιτέχνες «χομπίστες» και όχι επαγγελματίες που βιοπορίζονται από τη δουλειά τους. Κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις. Κρατάω την αισιοδοξία μου και πιστεύω ότι, ως κοινωνία, κάνουμε βήματα μπροστά και όχι πίσω.
Αν το έργο ήταν μια ερώτηση προς το κοινό, ποια θα ήταν αυτή;
Πόσο σίγουρος είσαι για αυτά που νομίζεις ότι έχεις κατακτήσει;
Εσείς προσωπικά, σε ποια σημεία της ζωής σας νιώσατε ότι σας ζητήθηκε να κάνετε… push up;
Oσο κι αν ακούγεται περίεργο, δεν έχω νιώσει ιδιαίτερο ανταγωνισμό μέσα στο θέατρο. Oταν όμως, στα 18 μου, βρέθηκα στη Γερμανία και άρχισα να σπουδάζω οικονομικά, ένιωσα ότι δεν μπορούσα να αντεπεξέλθω. Ακόμα δεν ξέρω αν μου ζητήθηκε τότε να κάνω «push up» και δεν τα κατάφερα ή αν απλώς ξεκίνησα να σπουδάζω κάτι που δεν με ενδιέφερε καθόλου.
Info
«Push up» του Ρόλαντ Σιμελπφένιχ, θέατρο ΕΛΕΡ, κάθε Σάββατο στις 21.00 και Κυριακή στις 20.00 (από 24/1). Μετάφραση, διασκευή, σκηνοθεσία Eφη Ρευματά. Παίζουν με αλφαβητική σειρά: Κώστας Ανταλόπουλος, Αθανασία Κουρκάκη, Θεμιστοκλής Μαλεσάγκος, Φανή Παναγιωτίδου, Νίκος Στεργιώτης, Βιβή Φωτοπούλου. Ακούγεται η φωνή του Γιώργου Νινιού.


