Η αγαπημένη ηθοποιός μιλά στο «Enjoy» για το θέατρο χωρίς εκπτώσεις, τη σημασία της συνέπειας και της αλήθειας στην τέχνη. Με αφορμή τις νέες θεατρικές και κινηματογραφικές της δουλειές, καταθέτει μια ματιά ζωής που ξεπερνά τους ρόλους.
Η Μαίρη Βιδάλη δεν ανήκει στους καλλιτέχνες που χωρούν σε ταμπέλες. Με μια πορεία που διατρέχει δεκαετίες, ρόλους, εποχές και ιδεολογικές μάχες, παραμένει ανήσυχη, απαιτητική και επιλεκτική. Το σανίδι υπήρξε και παραμένει το σταθερό σημείο αναφοράς της, ένας ζωντανός οργανισμός που την καθόρισε και την κράτησε όρθια σε δύσκολες στιγμές. Δημιουργός του Διάχρονου Θεάτρου, με πολυσχιδή καλλιτεχνική δράση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αλλά και με ενεργή παρουσία στα πολιτιστικά κοινά, μιλά στο «Enjoy» με λόγο καθαρό και αφοπλιστική ειλικρίνεια.
- Από τον Ηλία Μαραβέγια
Με αφορμή τις «Εύθυμες κυράδες» του Σαίξπηρ που ανεβάζει στο καλλιτεχνικό της στέκι από την προηγούμενη εβδομάδα, το θεατρικό «Αμάρτημα της μητρός μου», που έρχεται τον επόμενο μήνα στην πιο κεντρική σκηνή του Πειραιά, τον κινηματογραφικό «Καποδίστρια» του Γιάννη Σμαραγδή, την ταινία «Κατοχή», που θα ακολουθήσει προσεχώς, αλλά και τους ρόλους-σύμβολα που έχει ενσαρκώσει, καταθέτει μια ματιά ουσίας για την τέχνη, τα λάθη, τις απώλειες και για εκείνη τη βαθιά ανάγκη που κρατά το θέατρο ζωντανό: την αλήθεια.
Κοιτώντας πίσω σε μια διαδρομή δεκαετιών στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, ποιο από τα τρία θεωρείτε πως σας έχει καθορίσει περισσότερο ως καλλιτέχνιδα;
Το θέατρο, φυσικά. Ξέρετε, συνέβη πρόσφατα ένα πολύ θλιβερό γεγονός, «χάσαμε» τον Χρήστο Πολίτη και από τις δέκα δημοσιογραφικές αναρτήσεις που διάβασα οι οκτώ μιλούσαν για τον «Γιάγκο Δράκο». Σκέφτομαι, λοιπόν, πως αν με πατήσει εμένα αύριο ένα αυτοκίνητο, θα γράφουν για το «Καλημέρα, Ζωή». Είναι λυπηρό να έχει ένας άνθρωπος τόσο μεγάλη θεατρική και κινηματογραφική πορεία και κάποιοι να μένουν σε έναν τηλεοπτικό ρόλο. Δεν λέω πως δεν ήταν μια επιτυχία που τον καθόρισε, αυτή της «Λάμψης», αλλά δεν μου αρέσει που ο κόσμος μένει στην επιφάνεια. Σε αυτό έχουν ευθύνη και τα μέσα ενημέρωσης, γιατί κοιτάνε μόνο την επικαιρότητα και ίσως αυτό που θα «πουλήσει». Είναι γεγονός ότι το θέατρο απευθύνεται σε πιο περιορισμένο κοινό. Ακόμη και στο μεγαλύτερο θέατρο να παίξεις, άντε να έχει 1.000 θέσεις – πόσο μάλλον στο δικό μου, που έχει 70. Και πάλι, αυτοί που σε βλέπουν είναι πολύ λιγότεροι σε σχέση με τον κινηματογράφο ή την τηλεόραση. Προσωπικά, λοιπόν, με έχει καθορίσει το θέατρο και ο χώρος μας το γνωρίζει αυτό. Ομως, ο κόσμος κοιτάζει τις ταινίες και τα σίριαλ. Επιπλέον, η δουλειά στο θέατρο δεν έχει την ανάλογη προβολή. Ποιος ξέρει ότι έχω μεταφράσει κλασικά έργα ή ότι έχω παίξει σε δεκάδες φεστιβάλ του εξωτερικού; Ελάχιστοι. Γιατί αυτά μάλλον δεν «πουλάνε».

Από παιδί είχατε αποφασίσει ότι η τέχνη θα είναι ο δρόμος σας. Υπήρξαν ποτέ στιγμές που αμφισβητήσατε αυτή την επιλογή;
Ποτέ! Σε πολύ δύσκολες στιγμές της ζωής μου το θέατρο με στήριξε, γιατί δεν φτάνει να αγαπάς κάτι, πρέπει να σε αγαπάει κι αυτό, δηλαδή να σε θέλει, όπως λέμε, το σανίδι. Στην προκειμένη περίπτωση με ήθελε πάρα πολύ το θέατρο. Διότι έχω κάνει κι εγώ λάθος επιλογές, αλλά ερχόταν μετά κάτι άλλο στο θέατρο και με διόρθωνε. Ούτε κατά διάνοια δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου να το αφήσω.
Το θέατρο είναι συνώνυμο με τη ζωή μου.
Πώς αποφασίσατε να δημιουργήσετε έναν δικό σας χώρο, το Διάχρονο Θέατρο, που βρίσκεται στον Νέο Κόσμο; Δεν είναι ένας ανδροκρατούμενος χώρος αυτός των θεατρικών επιχειρήσεων;
Δεν το πιστεύω αυτό. Πολλές φορές οι γυναίκες ηγούνται και θιάσων και παραγωγών. Στην προκειμένη περίπτωση βέβαια, εγώ έφτιαξα αυτό το θεατράκι, που είναι ιδιόκτητο, όταν πια είχα βγει στη σύνταξη. Θα μπορούσα, δηλαδή, να είχα σταματήσει. Ο λόγος που δημιούργησα το Διάχρονο Θέατρο ήταν ότι ήθελα έναν χώρο που η ψυχή μας να μη γεράσει. Να είμαι με συναδέλφους που εκτιμώ και να επιλέγω έργα που μου αρέσουν, όχι για τον εκάστοτε ρόλο, αλλά για το σύνολο. Εδώ με ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα το σύνολο να έχει απήχηση. Οι περισσότερες παραστάσεις μας το καλοκαίρι πάνε σε μεγάλα φεστιβάλ. Μπορεί εδώ να παίζουμε σε 70 άτομα, αλλά το καλοκαίρι παίζουμε σε 500 και 1.000.
Δεν κάνετε εκπτώσεις στις παραστάσεις σας, αφού συνήθως κάνετε μεγάλες παραγωγές, με αρκετούς ηθοποιούς και κοστούμια.
Δεν θα έκανα μια παραγωγή με πολλά άτομα και εκπτώσεις, για παράδειγμα, ως προς την εποχή. Δηλαδή, ας βάλουμε ένα τζιν να παίξουμε τον «Ορέστη». Οχι. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, πως είναι παλιομοδίτικα τα ανεβάσματά μας, γιατί οι σκηνοθέτες μας είναι καταπληκτικοί με μοντέρνες προσεγγίσεις, αλλά όχι μεταμοντέρνες. Παρακολουθώ την εποχή κάθε έργου και φροντίζω να υπάρχουν τα κοστούμια και τα αντικείμενα που χρειάζονται. Να γίνεται, δηλαδή, μια παραγωγή που σέβεται τον συγγραφέα και κατ’ επέκταση το κοινό. Χωρίς προχειρότητες, χωρίς δικαιολογίες. Αυτό ισχύει και για τη νέα μας παράσταση, τις «Εύθυμες κυράδες» του Σαίξπηρ, που έκανε πρεμιέρα στις 31 Ιανουαρίου. Μια απαιτητική παραγωγή με 12μελή θίασο, της οποίας την σκηνοθεσία υπογράφει η Κατερίνα Μαντέλη με την οποία έχω κάνει άλλες δύο επιτυχίες. Τα εντυπωσιακά κοστούμια εποχής είναι της Βάνιας Αλεξαντρόβνα, τα σκηνικά της Ιωάννας Κατσιαβού και οι φωτισμοί του Γιώργου Δανεσή.

Κάθε πότε παίζονται οι «Εύθυμες κυράδες» στο Διάχρονο Θέατρο;
Είναι λίγο περίπλοκο αυτό και θα σας εξηγήσω γιατί. Τον μήνα που διανύουμε, τον Φεβρουάριο δηλαδή, οι «Εύθυμες κυράδες» παίζονται κανονικά κάθε Σάββατο στις 21.00 και Κυριακή στις 19.30. Από τον Μάρτιο, όμως, και μέχρι τη Μεγάλη Εβδομάδα θα παίζονται κάθε Τετάρτη στις 19.30. Ο λόγος είναι ότι θα παίζω παράλληλα και σε μια άλλη παράσταση. Ηρθε και με βρήκε ο Δήμος Αβδελιώδης και μου πρότεινε να παίξω τη μητέρα στο «Αμάρτημα της μητρός μου», το κορυφαίο διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού, που
θα σκηνοθετήσει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Η αλήθεια είναι πως με βρήκε λίγο απροετοίμαστη, αλλά δεν μπορούσα να του το αρνηθώ, γιατί τον αγαπώ πάρα πολύ ως άνθρωπο και σκηνοθέτη. Ετσι, από τον Μάρτιο θα βρίσκομαι και εκεί, κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή. Γι’ αυτό θα γίνει η αλλαγή που σας είπα στον προγραμματισμό του δικού μου θεάτρου από τον επόμενο μήνα.
Ο Σαίξπηρ είναι από τους αγαπημένους σας συγγραφείς;
Μου αρέσει, ναι. Εχω παίξει και σε άλλα έργα του Σαίξπηρ. Ανέβασμα, όμως, έχω κάνει μόνο άλλο ένα, τον «Εμπορο της Βενετίας» με τον αγαπημένο μου Γιάννη Μόρτζο. Ο Γιάννης έπαιξε και το τελευταίο του έργο εδώ, στο Διάχρονο, τον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ, τη χρονιά που «έφυγε». Μια μεγάλη απώλεια για το θέατρο και εμένα προσωπικά, γιατί ήταν ένας άνθρωπος που με στήριξε πολύ καλλιτεχνικά όλα αυτά τα χρόνια.
Πώς «γεννήθηκαν», λοιπόν, οι «Εύθυμες κυράδες» σας;
Ηρθαν σαν σκέψη γιατί ταιριάζουν πάρα πολύ στον θίασο. Ξέρετε, οι περισσότεροι ηθοποιοί που έρχονται εδώ και παίζουν ύστερα από λίγα χρόνια ξαναέρχονται. Γίνεται ένας κύκλος. Είναι σημαντικό να έχεις συνεργάτες που σου ταιριάζουν και μιλάτε την ίδια θεατρική γλώσσα. Πέρα από αυτό όμως, στην προκειμένη περίπτωση σκεφτήκαμε μαζί με τον διασκευαστή του κειμένου, Σταύρο Παρχαρίδη, που παίζει και πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο, να το ανεβάσουμε σε μορφή μουσικής κωμωδίας. Επιπλέον είχαμε κι έναν… άσο στο μανίκι μας: τις συνθέσεις και τα τραγούδια υπογράφει ο Θάνος Γεωργουλάς, ο οποίος είναι αυτή τη στιγμή από τους κορυφαίους νέους συνθέτες μας, ενώ έχει και την πολιτιστική διεύθυνση της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων. Εχει συνεργαστεί πολλάκις με το Διάχρονο, έχει γράψει μουσική για Τσέχοφ, Πιραντέλο, Στρίντμπεργκ. Είναι ένας συνεργάτης ετών που έχει δείξει ότι μπορεί να κάνει μεγάλα πράγματα.

Ποιοι άλλοι είναι οι συνεργάτες σας στη φετινή παράσταση;
Είναι ο Μπάμπης Χατζιδάκης, με μία καταπληκτική πορεία στο θέατρο, που συνεργάζεται για τρίτη φορά με το Διάχρονο – και έπεται και τέταρτη. Γενικά οι ηθοποιοί είναι ο ένας καλύτερος από τον άλλον στους ρόλους τους. Ο Γιώργος Γιαννακόπουλος και ο Κώστας Ζέκος, που είναι μαζί μας χρόνια, η Εφη Χατζούλη, η Αιμιλία Σπαχάι, που ήταν και πέρυσι σε παράστασή μας, ο Γιώργος Καπετανάκος, ο οποίος είναι και πολύ ωραίος κωμικός. Και οι νέοι μας ηθοποιοί, ο Νίκος Παπαδάκης, ο Γιώργος Σατιλμής, ο Δημήτρης Τσάκωνας. Θα ήθελα όμως να αναφερθώ και στο «λαχείο» του θιάσου μας, τη Λυδία Αγγελοπούλου, η οποία έχει τελειώσει ως ηθοποιός, αλλά στην ουσία είναι μέτζο σοπράνο και πρωταγωνιστούσε σε οπερέτες στη Λυρική Σκηνή πριν από λίγα χρόνια. Οταν αποφασίσαμε να ανεβάσουμε το έργο σε μορφή μουσικής κωμωδίας, επειδή τραγουδούν και οι δύο «Εύθυμες κυράδες» -και εμένα δεν με λες και… Μαρία Κάλλας (γέλια)-, αναζητούσα μια συνάδελφο με καλή φωνή. Είχα προτείνει, λοιπόν, σε κάποιες να παίξουν τον ρόλο, που είναι συμπρωταγωνιστικός, αλλά ορισμένες ήταν ήδη «κλεισμένες» και άλλες είχαν υπερβολικές απαιτήσεις. Κάποια στιγμή έκανα ένα αναλόγιο με τον Νίκο Χατζηπαπά, στο οποίο συμμετείχε και η Λυδία Αγγελοπούλου. Ετσι, βρήκα αυτό το «λαχείο», όπως τη χαρακτήρισα και πριν, και μπόρεσα να «πατήσω» καλά επάνω στις νότες της και στο ταλέντο της και να βγει ένα ωραίο τραγουδιστικό αποτέλεσμα.
Πόσο επίκαιρες είναι σήμερα οι «Εύθυμες κυράδες» του Σαίξπηρ;
Είναι πολύ επίκαιρο έργο γιατί πάντοτε υπάρχουν παρενοχλητές, ειδικά στην εποχή μας. Σήμερα, βέβαια, οι γυναίκες τούς βάζουν στη θέση τους με άλλον τρόπο. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στην παράστασή μας, απλώς εκεί ο τρόπος είναι διαφορετικός, με ίντριγκες και πολύ χιούμορ.
Παράλληλα συνεχίζετε ακάθεκτη και τον θεατρικό μονόλογο του Γιώργου Α. Χριστοδούλου «Λέλα Καραγιάννη: Η μάνα της Αντίστασης».
Βέβαια. Αυτός είναι ένας μονόλογος που τον κρατώ δέκα χρόνια τώρα. Φέτος, μάλιστα, με επιχορήγησαν και από το υπουργείο για μια σειρά 15 παραστάσεων που έχω αρχίσει ήδη σε δήμους χωρίς εισιτήριο και τους ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό. Είναι σημαντικό να γνωρίσει όλος ο κόσμος τη Λέλα Καραγιάννη, τη «μάνα της Αντίστασης», όπως τη λέμε και στον τίτλο του έργου. Ηταν μια ιστορική μορφή, μια τεράστια ηρωίδα μας.
Πώς είναι να κάνετε τρεις τόσο διαφορετικούς ρόλους στο θέατρο την ίδια περίοδο;
Μα, αυτό είναι ο ηθοποιός. Κανένα πρόβλημα δεν έχω. Απεναντίας, μου έχει τύχει κι άλλες φορές να κάνω δύο και τρία έργα μέσα σε την ίδια σεζόν. Οπως μου έχουν γράψει: είμαι θεατρίνα παλιάς κοπής, δηλαδή μπορώ να περνάω εύκολα από τον ένα ρόλο στον άλλον. Νομίζω ότι εκεί είναι κιόλας η ουσία και η χαρά της δουλειάς μας.

Πέρα από τη Λέλα Καραγιάννη, έχετε υποδυθεί την Ηρώ Κωνσταντοπούλου στον κινηματογράφο, πρόσφατα τη Μαντώ Μαυρογένους στον «Καποδίστρια» του Γιάννη Σμαραγδή. Τι είναι αυτό που σας ελκύει σε τέτοιους ρόλους;
Εχω παίξει επίσης την Μπουμπουλίνα στο θέατρο, τόσο στην Ελλάδα και όσο και στο εξωτερικό, σε ένα έργο της Τάνιας Χαροκόπου. Δεν ξέρω γιατί με επιλέγουν για τέτοιους τους ρόλους, αλλά συμβαίνει. Και, φυσικά, με χαροποιεί διότι μιλάμε για γυναίκες που υπήρξαν φάροι και σύμβολα της Ιστορίας μας. Επίσης, θεωρώ ότι είναι υποχρέωσή μας να λέμε τις ιστορίες τους για να τις μαθαίνει καλύτερα ο κόσμος. Αυτές οι γυναίκες, πέρα από τον ηρωισμό που έδειξαν, ήταν όλες τους Ελληνίδες. Και προσωπικά πιστεύω ότι ο Ελληνας όταν αντιμετωπίζει απειλή για τη χώρα του, τις αξίες του, την αξιοπρέπειά του σηκώνει το ανάστημά του. Οπως το σήκωσαν και τα παιδιά που σκοτώθηκαν στην Κύπρο. Εύχομαι να μη γίνονται τέτοιες θυσίες, γιατί δεν θέλω να χάνουν οι μάνες τα παιδιά τους στον πόλεμο. Για κάθε πατρίδα είναι κατάρα ο πόλεμος. Αν όμως χρειαστεί, πιστεύω ότι θα ξαναδούμε ήρωες και ηρωίδες, όπως η Καραγιάννη, η Κωνσταντοπούλου, η Μαυρογένους.
Πώς βλέπετε τα πράγματα για τους νέους ηθοποιούς στην Ελλάδα σήμερα; Είναι δύσκολα;
Οι ηθοποιοί δεν αμείβονται όπως παλιά και δεν έχουν καλλιτεχνική ασφάλεια. Βλέπουμε παραστάσεις που ανεβαίνουν μόνο μία φορά την εβδομάδα και θέατρα στα οποία παίζονται τρεις διαφορετικές παραστάσεις μέσα στην ίδια μέρα. Φεύγει ο ένας, μπαίνει ο άλλος. Βέβαια, υπάρχει και το άλλο: κάποιοι θέλουν να εκφραστούν και χάνουν χρήματα, είτε δικά τους είτε του μπαμπά τους ή της θείας τους -δεν ξέρω κι εγώ πού τα βρίσκουν- και ανεβάζουν παραστάσεις μόνο και μόνο για να τους δουν οι συγγενείς τους. Ε, αυτό δεν είναι θέατρο, είναι χόμπι. Το θέατρο, όμως, δεν πρέπει να είναι χόμπι γιατί έχει σπουδές. Και χαίρομαι πραγματικά που επανήλθε το θέμα με τα πτυχία και δεν θεωρείται πια η Δραματική Σχολή εφάμιλλη του λυκείου.
Το θέμα της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, όμως, δεν έχει επανέλθει, κι ας το θέτουν πολλοί ηθοποιοί όλη την ώρα.
Αυτό δυστυχώς ήταν το πρώτο και μεγάλο λάθος που έγινε και το έχω ξαναπεί. Αν δεν υπάρχει άδεια, δεν υπάρχει εξασφάλιση του επαγγέλματος. Αυτή τη στιγμή μπορεί ο καθένας να παίξει στο θέατρο, ενώ εγώ δεν μπορώ να διδάξω σε ένα σχολείο ή να αγορεύσω σε ένα δικαστήριο. Επειτα είναι και το άλλο που λέγανε παλιά: δεν χρειάζονται οι σπουδές, το ταλέντο μετράει. Αλήθεια; Τότε γιατί γίνανε οι γυναικολόγοι και δεν μείναμε στις μαίες; Δηλαδή, ο κόσμος πάει μπροστά!

Στην τηλεόραση πότε θα σας ξαναδούμε;
Οταν έρθει μια πρόταση που θα μου αρέσει. Εγώ για χρόνια δεν μπορούσα να κάνω τηλεόραση. Στην αρχή ήταν το Διάχρονο Θέατρο που με είχε απορροφήσει, γιατί ήταν στο ξεκίνημά του και είχα ρίξει όλο το βάρος εδώ. Μετά ήμουν στην Περιφέρεια, είτε ως εντεταλμένη δημοσίων σχέσεων είτε ως αντιπεριφερειάρχης Πολιτισμού και έπρεπε να βρίσκομαι στο γραφείο μου από τις 9 το πρωί μέχρι τις 3. Εκείνη την ώρα, όμως, γίνονται τα τηλεοπτικά γυρίσματα. Μου είχαν κάνει δύο προτάσεις τότε, η μία μάλιστα ήταν για να πάω Κύπρο, αλλά δεν γινόταν, ήταν αδύνατο. Τα δύο τελευταία χρόνια που θέλω, μια και δεν είμαι πια στην Περιφέρεια, δεν υπάρχει κάποια πρόταση, αλλά πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα έρθει. Είμαι, πάντως, ανοιχτή σε προτάσεις και μάλιστα για ρόλους της ηλικίας μου.
Πιστεύετε πως έχουμε ωραία τηλεόραση στην Ελλάδα;
Μετά τις «Αγριες μέλισσες», ναι. Ηταν ορόσημο αυτή η σειρά. Πριν από αυτή δεν ήθελα να είμαι στην τηλεόραση. Μετά τις «Αγριες μέλισσες», όμως, ήρθαν στη μικρή οθόνη θεατρικοί ηθοποιοί, πολύ σπουδαίοι συνάδελφοι.
Τι ρόλο μπορεί -και οφείλει- να παίζει ένας καλλιτέχνης στα κοινά;
Η γνώμη μου είναι πως πρέπει να ασχολούνται με τα κοινά οι καλλιτέχνες που μπορούν και τους ενδιαφέρει – κι ας υποστηρίζουν κάποιοι το αντίθετο. Γιατί να μη συμβαίνει αυτό; Αφού στα κοινά υπάρχει και ο τομέας του πολιτισμού. Αν δεν ασχοληθεί ένας άνθρωπος που ξέρει τι χρειάζεται αυτός ο τομέας, τότε ποιος; Γι’ αυτό κι εγώ ασχολήθηκα με τα κοινά, αρχικά σε επίπεδο δήμου και στη συνέχεια στην Περιφέρεια. Μάλιστα, ως αντιπεριφερειάρχης Πολιτισμού πέτυχα πολύ ωραία πράγματα. Τα τρία κορυφαία για μένα ήταν το διαβαλκανικό φεστιβάλ αρχαίου δράματος, οι βραβεύσεις μεγάλων προσωπικοτήτων από την Ελλάδα και το εξωτερικό και τα αφιερώματα στο ’21 και στο ’22. Ολα αυτά δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να τα σκεφτεί και να τα υλοποιήσει ένας άνθρωπος εκτός του καλλιτεχνικού χώρου. Φυσικά, αυτό που μου έμαθε η ενασχόλησή μου με τα κοινά είναι και το εξής: τίποτα δεν μπορεί να προχωρήσει αν δεν το θέλει ο επικεφαλής. Και λυπάμαι πάρα πολύ που αυτή τη στιγμή, ενώ γίνονται πολλά πράγματα στην Περιφέρεια, όσα είχαμε πετύχει τότε έχουν σταματήσει.

Κεφάλαιο «Καποδίστριας». Πρόσφατα ο σπουδαίος μεταφραστής και λογοτέχνης Στρατής Πασχάλης έγραψε ότι δύο πράγματα τον συγκλόνισαν στην ταινία του Γιάννη Σμαραγδή: η ερμηνεία του Αντώνη Μυριαγκού ως Ιωάννη Καποδίστρια και το δικό σας βλέμμα ως Μαντώ Μαυρογένους.
Το διάβασα και τον ευχαριστώ θερμά. Ειλικρινά, δεν περίμενα ότι μια τόσο σύντομη σκηνή θα είχε τέτοια απήχηση στο κοινό. Ο κόσμος μού μιλά με πολύ συγκινητικά λόγια και γράφει εξαιρετικά τιμητικά σχόλια. Πρέπει να σας αποκαλύψω όμως το «μυστικό» πίσω από αυτό το βλέμμα που συζητιέται τόσο έντονα. Αν δεν μου είχε πει ο Γιάννης Σμαραγδής μια φράση-κλειδί ψιθυριστά στο αυτί πριν από το γύρισμα, δεν θα είχα αυτό το βλέμμα. Η συμβουλή που μου έδωσε ήταν: «Κοίταξέ τον σαν να λες: “υπάρχουν τέτοιοι άντρες;”. Αυτό μου είπε, γιατί οι σκηνοθέτες που είχα δουλέψει εγώ μαζί δεν φώναζαν. Πήγαιναν κοντά στον ηθοποιό και του έλεγαν στο αυτί αυτό που ήθελαν. Εκείνοι που φωνάζουν είναι εκείνοι που δεν έχουν να πουν τίποτα.
Είναι αλήθεια ότι ετοιμάζετε κι άλλη κινηματογραφική ταινία;
Ο Γιάννης Στραβόλαιμος, σκηνοθέτης και σεναριογράφος, την ετοιμάζει, εγώ παίζω σε αυτήν μαζί με άλλους εκλεκτούς συναδέλφους. Η ταινία λέγεται «Κατοχή» και το βασικό θέμα της είναι πολύ τολμηρό γιατί αναφέρεται στην κατοχή του πνεύματος από δυνάμεις – όχι στην Κατοχή του ’40. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχει ο Κωστής Σαββιδάκης και εγώ κάνω την αδελφή του. Επίσης, βασικούς ρόλους στο φιλμ έχουν ο Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος, ένας από τους κορυφαίους ηθοποιούς του θεάτρου μας, και ο Βύρων Κολάσης, ο οποίος έχει συνεργαστεί πολλές φορές και με το Διάχρονο Θέατρο.

Ηθοποιός σημαίνει φως σήμερα;
Και νερό και τηλέφωνα και όλα (γέλια). Η αλήθεια είναι στο οικονομικό θέμα με βοήθησαν οι σπουδές μου στο πανεπιστήμιο. Αν δεν είχα σπουδάσει οικονομικά, δεν θα το τολμούσα, γιατί είναι δύσκολο να ξέρεις πώς να υπολογίζεις τον ΦΠΑ, τι είναι τα έσοδα – έξοδα, το ισοζύγιο, να ξέρεις τι σημαίνει να πάρεις επιχορήγηση και πώς θα την καλύψεις. Αυτά τα πράγματα θέλουν μαθηματικές γνώσεις. Λίγοι ηθοποιοί θέλουν να μπουν σε αυτή τη διαδικασία, γιατί πέρα από το κομμάτι της γνώσης στο οικονομικό κομμάτι είναι ψυχοφθόρο για έναν καλλιτέχνη, αλλά εγώ το βάζω σε άλλο «κουτάκι».
Τι εύχεστε;
Υγεία! Και, βέβαια, ειρήνη, όχι πόλεμο. Αν υπάρχουν αυτά τα δύο, το τρίτο -που είναι εξίσου σημαντικό, αλλά εξαρτάται από τον καθένα μας- είναι η αγάπη. Και αυτό μπορούμε να το πετύχουμε. Διότι η υγεία είναι θεόσταλτη, ο πόλεμος είναι συμφέροντα, αλλά στο θέμα της αγάπης μπορούμε να κινηθούμε μόνοι μας, να βρούμε ανθρώπους που να τους αγαπάμε απόλυτα και να μας αγαπούν κι εκείνοι. Μπορεί να είναι ένας συγγενής, ένας σύντροφος, ένας φίλος. Αυτό εύχομαι στους ανθρώπους, αγάπη. Γιατί τα άλλα δύο απλώς έρχονται και πρέπει να τα σεβαστούμε, ειδικά την υγεία. Σε αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, είμαστε εντελώς ανήμποροι. Και απορώ γιατί ενώ περάσαμε την εποχή του Covid-19, δεν το συνειδητοποιήσαμε. Βλέπω ανθρώπους που είναι τόσο ματαιόδοξοι και «κούφιοι» που απορώ: Καλά, πώς γίνεται να μην έχουν καταλάβει πως δεν είμαστε τίποτα;


