Μελέτη της Eνωσης Καταναλωτών αποτυπώνει τη ζοφερή πραγματικότητα: Οι πολίτες παραμένουν παντελώς απροστάτευτοι στην ασυδοσία των πιστωτών με ευθύνη της κυβέρνησης
Ασύδοτες πρακτικές, ασφυκτικές πιέσεις, παραπλάνηση καταναλωτών και στο βάθος κατασχέσεις σε πολίτες ακόμα και αν έχουν δηλωμένο ακατάσχετο λογαριασμό. Αυτή είναι η εικόνα με την οποία έρχονται αντιμέτωποι οι πολίτες τα τελευταία χρόνια, με τις καταγγελίες να πέφτουν «βροχή», καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις οι πρακτικές των τραπεζών και των funds είναι τόσο εξόφθαλμες που χρήζουν άμεσης παρέμβασης.
Με το κράτος, όμως, να είναι απλός θεατής σε όλα αυτά, οι Έλληνες καταναλωτές -σε μια περίοδο έντονης οικονομικής πίεσης- αναζητούν μια λύση στα προβλήματά τους και καταφεύγουν σε Ενώσεις όπως η Ενωση Εργαζομένων Καταναλωτών. Ολα αυτά την ώρα που οι πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με πολλαπλές προκλήσεις: από την ακρίβεια και τα κόκκινα δάνεια, έως τη στεγαστική κρίση και τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των τραπεζών και των ξένων funds, με τα τελευταία να μη διαθέτουν ούτε καν γραφεία ή προσωπικό στη χώρα μας, αλλά έχουν στα χέρια τους δάνεια Ελλήνων άνω των 80 δισ. ευρώ, που αγόρασαν από τις τράπεζες σε εξευτελιστικές τιμές.
Τα στοιχεία από τη μελέτη της Ενωσης Καταναλωτών αποτυπώνουν μια ιδιαίτερα ανησυχητική πραγματικότητα: ο τραπεζικός τομέας και οι εταιρίες διαχείρισης δανείων φαίνεται ότι λειτουργούν συχνά όχι ως μηχανισμός στήριξης της οικονομίας αλλά ως παράγοντας που επιβαρύνει περαιτέρω τους καταναλωτές. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Το 2025 ο τραπεζικός τομέας συγκεντρώνει το 59,27% των καταγγελιών που υποβλήθηκαν στην Ενωση Καταναλωτών, ποσοστό που τον κατατάσσει με μεγάλη διαφορά στην πρώτη θέση των προβληματικών κλάδων για τους πολίτες. Καμία άλλη κατηγορία δεν πλησιάζει καν αυτό το ποσοστό.
Οι καταγγελίες για προϊόντα και υπηρεσίες περιορίζονται στο 17,45%, ενώ ακόμη χαμηλότερα βρίσκονται οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, ο τουρισμός και οι τηλεπικοινωνίες. Με απλά λόγια, οι περισσότερες αναφορές πολιτών αφορούν τη σχέση τους με τράπεζες και χρηματοοικονομικές εταιρίες. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο αφορά τις δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών. Σύμφωνα με τη μελέτη, το 89,57% των καταγγελιών στις τραπεζικές συναλλαγές σχετίζεται με δεσμεύσεις χρηματικών ποσών. Ακόμη πιο προβληματικό είναι το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα αυτών αφορά ποσά που βρίσκονται κάτω από το ακατάσχετο όριο, ακόμη και σε λογαριασμούς που έχουν δηλωθεί επισήμως ως ακατάσχετοι.
Πρόκειται για μια πρακτική που όχι μόνο δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για τη συμμόρφωση με το ισχύον νομικό πλαίσιο, αλλά και θέτει σε άμεσο κίνδυνο την οικονομική επιβίωση χιλιάδων νοικοκυριών. Οι συνέπειες είναι δραματικές. Οταν δεσμεύονται χρήματα που προορίζονται για βασικές ανάγκες, οι πολίτες βρίσκονται ξαφνικά χωρίς πρόσβαση σε πόρους για ενοίκιο, τρόφιμα ή λογαριασμούς. Ακόμη και όταν οι δεσμεύσεις κρίνονται τελικά αδικαιολόγητες, η αποδέσμευση των ποσών καθυστερεί σημαντικά, αφήνοντας τους καταναλωτές για μεγάλο χρονικό διάστημα σε οικονομική ασφυξία.
Την ίδια στιγμή, η καθημερινότητα χιλιάδων πολιτών παραμένει εγκλωβισμένη στο πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων. Τα στεγαστικά δάνεια αποτελούν το 57,06% των μη εξυπηρετούμενων οφειλών, ενώ τα επαγγελματικά δάνεια αντιστοιχούν στο 35,56%. Πρόκειται, δηλαδή, για δάνεια που συνδέονται άμεσα με την κατοικία και την επαγγελματική δραστηριότητα των πολιτών – δύο βασικούς πυλώνες της οικονομικής και κοινωνικής τους σταθερότητας. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το ύψος των οφειλών για τις οποίες καταγράφονται καταγγελίες.
Σχεδόν το 39% αφορά ποσά έως 50.000 ευρώ, ενώ ένα επιπλέον 21% κυμαίνεται μεταξύ 50.000 και 100.000 ευρώ. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο μεγάλους δανειολήπτες ή επιχειρηματικά σχήματα αλλά κυρίως μικρομεσαία νοικοκυριά που προσπαθούν να διαχειριστούν σχετικά περιορισμένα χρέη. Συνολικά, οι οφειλές των καταναλωτών που απευθύνθηκαν στην Ενωση Καταναλωτών φτάνουν τα 24,2 εκατ. ευρώ.
Μέσα από διαδικασίες διαπραγμάτευσης ρυθμίστηκε περίπου το 70,8% των ποσών, ενώ διαγράφηκε οριστικά σχεδόν το 29%. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι σε πολλές περιπτώσεις οι οφειλές μπορούν να αντιμετωπιστούν με ρεαλιστικές λύσεις – κάτι που θέτει εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο οι τράπεζες και τα funds επιλέγουν εξαρχής να προχωρήσουν σε τέτοιες λύσεις ή αν οδηγούν πρώτα τους οφειλέτες σε αδιέξοδο.
Αφόρητη πίεση λόγω πλειστηριασμών και κατασχέσεων
Ολα αυτά εξελίσσονται σε ένα περιβάλλον έντονης στεγαστικής κρίσης. Η αύξηση των ενοικίων και η περιορισμένη προσφορά προσιτών κατοικιών δημιουργούν μια ασφυκτική κατάσταση για νέους εργαζομένους, οικογένειες και ευάλωτα νοικοκυριά. Σε αυτό το πλαίσιο οι πρακτικές που συνδέονται με πλειστηριασμούς και κατασχέσεις εντείνουν ακόμη περισσότερο την κοινωνική πίεση.
Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής: αντί το τραπεζικό σύστημα να λειτουργεί ως μοχλός σταθερότητας και στήριξης της οικονομίας, σε πολλές περιπτώσεις εμφανίζεται να επιβαρύνει περαιτέρω τους πολίτες. Οι καταγγελίες για δεσμεύσεις λογαριασμών κάτω από το ακατάσχετο όριο, οι δυσλειτουργίες στις ρυθμίσεις οφειλών και οι πιέσεις από τα funds δημιουργούν την αίσθηση ενός συστήματος που συχνά λειτουργεί εις βάρος των καταναλωτών.
Σε μια κοινωνία που ήδη δοκιμάζεται οικονομικά, το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι μόνο πώς θα ρυθμιστούν τα χρέη των πολιτών, αλλά και πώς θα διασφαλιστεί ότι οι χρηματοπιστωτικοί θεσμοί λειτουργούν με κανόνες δικαιοσύνης και πραγματικού σεβασμού προς τον καταναλωτή. Γιατί, χωρίς αυτή την ισορροπία, η σχέση μεταξύ πολιτών και τραπεζικού συστήματος κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια μόνιμη σχέση δυσπιστίας και σύγκρουσης.


