Τα προπαγανδιστικά αφηγήματα περί «ισχυρής οικονομίας» και «ευημερίας των αριθμών» καταρρέουν μπροστά στα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Η έρευνα για το 2025 αποκαλύπτει ότι το 27,5% του πληθυσμού (2.797.000 άτομα) ζει πλέον υπό την απειλή της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού, παρουσιάζοντας αύξηση σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Παρά τις δεσμεύσεις του προγράμματος «Ευρώπη 2030», η πραγματικότητα στην Ελλάδα κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στην ραγδαία άνοδο της υλικής και κοινωνικής στέρησης, που έφτασε στο 14,9%, αποδεικνύοντας ότι τα νοικοκυριά αδυνατούν πλέον να καλύψουν βασικές ανάγκες διαβίωσης.
Στο στόχαστρο τα παιδιά και οι ευάλωτοι
Τα πιο θλιβερά στοιχεία αφορούν το μέλλον της χώρας. Η παιδική φτώχεια (ηλικίες έως 17 ετών) εκτοξεύτηκε στο 29,6%, ενώ ο κίνδυνος φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις για τα παιδιά ανέρχεται στο 22,8%. Την ίδια στιγμή, οι μονογονεϊκές οικογένειες βρίσκονται σε απόγνωση, με το 36,1% να διαβιεί υπό άθλιες οικονομικές συνθήκες.
Η κυβερνητική ολιγωρία αποτυπώνεται και στη γεωγραφική ανισότητα, με τη Βόρεια και την Κεντρική Ελλάδα να βυθίζονται σε ποσοστά πολύ υψηλότερα από τον εθνικό μέσο όρο.
Η «παγίδα» των χαμηλών μισθών
Παρά την όποια στατιστική αύξηση του μέσου εισοδήματος, το κατώφλι της φτώχειας παραμένει σε εξευτελιστικά επίπεδα: 7.020 ευρώ ετησίως για ένα άτομο.
Το 50% των φτωχών επιβιώνει με λιγότερα από 5.496 ευρώ το χρόνο.
Όσοι νοικιάζουν κατοικία σε τιμές αγοράς πλήττονται περισσότερο (30,6%).
Η μερική απασχόληση οδηγεί κατευθείαν στην εξαθλίωση, με το 21,4% των εργαζομένων αυτής της κατηγορίας να βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας.
Είναι πλέον σαφές ότι τα κοινωνικά επιδόματα, αν και συμβάλλουν στη μείωση του δείκτη, δεν επαρκούν για να ανακόψουν το κύμα ακρίβειας και την υποβάθμιση της ζωής των πολιτών, την ώρα που η κυβέρνηση περιορίζεται σε ρόλο παρατηρητή της κοινωνικής κατάρρευσης.


