Το όνομα του Ρίτσαρντ Νίξον επανέρχεται ως καθρέφτης της σύγχρονης πολιτικής
Το όνομα του Ρίτσαρντ Νίξον, του 37ου προέδρου των ΗΠΑ, «επιστρέφει» αυτές τις ημέρες στην επικαιρότητα -τόσο στην εξωτερική όσο και στην εσωτερική πολιτική σκηνή- με δύο διαφορετικές, αλλά εξίσου συναρπαστικές, αφορμές. Στο εξωτερικό ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και οι προσπάθειες του Ντ. Τραμπ να απεμπλακεί θυμίζουν σε μεγάλο βαθμό την τακτική του Νίξον, ο οποίος θέλησε να μετατρέψει πριν από σχεδόν πέντε δεκαετίες την επώδυνη αποχώρηση από τον πόλεμο του Βιετνάμ σε «νίκη με τιμή».
Και στο εσωτερικό η νέα δήλωση-βόμβα του Ταλ Ντιλιάν, ιδρυτή της Intellexa, που θύμισε ότι «ο Νίξον έχασε την προεδρία του επειδή προσπάθησε να συγκαλύψει μια επιχείρηση υποκλοπών», ήταν μια ευθεία βολή προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη και ανοιχτή προειδοποίηση ότι λόγω Predator κινδυνεύει να πάθει το ίδιο…
Η αποχώρηση βαφτίστηκε νίκη
Ο Νίξον παρέλαβε τον πόλεμο του Βιετνάμ σαν μια ανοιχτή πληγή: 500.000 Αμερικανοί στρατιώτες στο έδαφος, χιλιάδες νεκροί κάθε μήνα και μια κοινή γνώμη που είχε σπάσει. Αντί όμως να παραδεχτεί την ήττα, έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα: μίλησε για νίκη.
Οχι τη στρατιωτική, αλλά την «ειρήνη με τιμή» (peace with honor). Είναι η πολιτική που εφάρμοσε από το 1969 και μετά. Με απλά λόγια, «βιετναμοποίηση» του πολέμου, οι Αμερικανοί αποσύρονται σταδιακά, ενώ οι Νοτιοβιετναμέζοι αναλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο ρόλο στον πόλεμο (εκπαίδευση, εξοπλισμός, ανάληψη μαχών). Παράλληλα, έκανε μυστικούς βομβαρδισμούς στην Καμπότζη και στο Λάος, ενώ το 1972 διέταξε την «Επιχείρηση Linebacker», τους πιο σφοδρούς βομβαρδισμούς της Χανόης. Το μήνυμα ήταν σαφές: «Δεν φεύγουμε ηττημένοι». Ο ίδιος το είχε πει χαρακτηριστικά: «Στην προηγούμενη κυβέρνηση αμερικανοποιήσαμε τον πόλεμο. Σε αυτήν την κυβέρνηση βιετναμοποιούμε την αναζήτηση της ειρήνης».
Τον Ιανουάριο του 1973 υπέγραψε τις Συμφωνίες του Παρισιού. Στις 23 Ιανουαρίου, από το Οβάλ Γραφείο, ανακοίνωσε: «Εχουμε επιτύχει την ειρήνη με τιμή». Ο πόλεμος για την Αμερική τελείωσε. Οι τελευταίοι στρατιώτες επέστρεψαν. Ο Νίξον είχε «κερδίσει», όχι με κατάληψη της Χανόης, αλλά με μια συμφωνία που του επέτρεψε να πει ότι δεν το έβαλε στα πόδια. Δύο χρόνια αργότερα, το 1975, η Σαϊγκόν έπεσε. Το Βιετνάμ παρέμεινε (και παραμένει) στη συλλογική μνήμη των ΗΠΑ ως μεγάλη εθνική πληγή («national trauma» ή «the wound that never fully healed»). Δεν ήταν μόνο η στρατιωτική αποτυχία -η πρώτη ξεκάθαρη ήττα στην αμερικανική ιστορία-, αλλά κυρίως οι πάνω από 58.000 νεκροί Αμερικανοί στρατιώτες, οι εκατομμύρια νεκροί Βιετναμέζοι, το βαθύ σχίσμα στην αμερικανική κοινωνία (διαδηλώσεις, «Vietnam Syndrome», η φοβία για νέους πολέμους), η απώλεια εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση και τους θεσμούς (λόγω ψεμάτων, My Lai, Pentagon Papers κ.ά.), καθώς και η διαταραχή μετατραυματικού στρες και η κακή υποδοχή των βετεράνων όταν επέστρεφαν.
Η ρητορική του Νίξον είχε ήδη κάνει πάντως επικοινωνιακά τη δουλειά της: η Αμερική δεν «ηττήθηκε» δημοσίως, απλώς «έφυγε με αξιοπρέπεια». Αυτή ακριβώς η τεχνική της μετατροπής της αποχώρησης σε νίκη είναι που συζητείται έντονα σήμερα για τη Μέση Ανατολή από τον Τραμπ, στον οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, είχε απονεμηθεί το βραβείο «Architect of Peace» από το Ιδρυμα Νίξον, τον Οκτώβριο του 2025. Σήμερα ο 47ος πρόεδρος των ΗΠΑ φέρεται ότι θέλει να επαναλαμβάνει το ίδιο σενάριο στο Ιράν και με το ανάλογο μήνυμα: «Δεν χάνουμε. Απλώς τελειώνουμε τον πόλεμο με όρους δικούς μας».
Το σκάνδαλο και το ατιμωτικό τέλος
Οπως ακριβώς δήλωσε ο Ταλ Ντιλιάν την Τρίτη «ο Νίξον έχασε την προεδρία του στην υπόθεση Watergate επειδή προσπάθησε να συγκαλύψει μια επιχείρηση υποκλοπών». Δεν ήταν γενικό «σκάνδαλο».
Τι ακριβώς είχε συμβεί; Στις 17 Ιουνίου 1972 πέντε άνδρες (μεταξύ τους ο Τζέιμς Μακόρντ, επικεφαλής ασφαλείας της Επιτροπής Επανεκλογής του προέδρου – CRP) διέρρηξαν τα γραφεία της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών, στο συγκρότημα Watergate. Στόχος ήταν να τοποθετήσουν κοριούς στα τηλέφωνα και να φωτογραφίσουν έγγραφα. Η επιχείρηση είχε εγκριθεί από τον Γκόρντον Λίντι και τον Χάουαρντ Χαντ, μέλη της μυστικής ομάδας «Υδραυλικοί» του Λευκού Οίκου, που είχε συσταθεί για να σταματά «διαρροές».
Ο Νίξον δεν είχε δώσει την εντολή για τη διάρρηξη. Αλλά από τις 23 Ιουνίου 1972 -μόλις έξι μέρες μετά- γνώριζε τα πάντα. Στο περίφημο tape «smoking gun», ο Νίξον δίνει εντολή στον Χ. Ρ. Χάλντεμαν να πει στη CIA να σταματήσει την έρευνα του FBI, προφασιζόμενος «εθνική ασφάλεια». Ταυτόχρονα, διοχετεύτηκαν δεκάδες χιλιάδες δολάρια «μαύρου» χρήματος από το ταμείο της προεκλογικής καμπάνιας για να πληρωθούν οι διαρρήκτες και να σιωπήσουν. Ψευδορκίες, καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων, εκβιασμοί – όλο το πακέτο. Το «smoking gun tape» είναι η πιο διάσημη ηχογράφηση από το σκάνδαλο Watergate. Η φράση «smoking gun» είναι αγγλική ιδιωματική έκφραση και σημαίνει «το αδιαμφισβήτητο, καταδικαστικό στοιχείο», δηλαδή σαν το όπλο που ακόμη καπνίζει μετά το έγκλημα.
Το μοιραίο λάθος του Νίξον ήταν διπλό. Καταρχάς υποτίμησε τους δημοσιογράφους Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπερνστάιν, της «Washington Post», που με πηγή τον «Βαθύ Λαρύγγι» (τον υφυπουργό Δικαιοσύνης Μαρκ Φέλτ) ξεσκέπασαν τις συνδέσεις. Επίσης, δεν κατάλαβε ότι ο ίδιος είχε εγκαταστήσει σύστημα μυστικής ηχογράφησης σε όλο το Οβάλ Γραφείο. Οταν ο βοηθός Αλεξάντερ Μπάτερφιλντ αποκάλυψε την ύπαρξη των ταινιών, το Κογκρέσο τις ζήτησε. Ο Νίξον αρνήθηκε, αλλά το ανώτατο δικαστήριο τον ανάγκασε. Η ηχογράφηση «smoking gun» βγήκε στη δημοσιότητα τον Αύγουστο του 1974.
Στις 9 Αυγούστου 1974 ο Ρίτσαρντ Νίξον έγινε ο πρώτος (και μοναδικός μέχρι σήμερα) πρόεδρος που παραιτήθηκε για να γλιτώσει από βέβαιη καθαίρεση. Παρακολούθησε από την τηλεόραση τον αντιπρόεδρο Τζέραλντ Φορντ να ορκίζεται. Εφυγε με ελικόπτερο από τον Νότιο Κήπο, χαιρετώντας με το signature «V» – αλλά όλοι ήξεραν ότι ήταν ήττα. Λίγες μέρες μετά, στις 8 Σεπτεμβρίου 1974 (λιγότερο από έναν μήνα μετά την παραίτησή του), ο Φορντ εξέδωσε πλήρη και άνευ όρων χάρη (full and unconditional pardon) στον Νίξον, η οποία κάλυπτε όλα τα εγκλήματα που «είχε διαπράξει ή μπορεί να είχε διαπράξει» κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, συμπεριλαμβανομένων όλων των σχετικών με το Watergate.
Σήμερα η δήλωση του Ντιλιάν, του ανθρώπου πίσω από το Predator spyware της Intellexa που συγκλονίζει την Ελλάδα, φέρνει ακριβώς αυτή την ιστορία στο προσκήνιο και το ελληνικό «Watergate», με τις παράνομες υποκλοπές πολιτικών, δημοσιογράφων και στρατιωτικών, τις παραιτήσεις στελεχών και τις κατηγορίες για συγκάλυψη, συγκρίνεται με το αμερικανικό και ως προς την τύχη που -όπως ο Νίξον- μπορεί να έχει πλέον ο Κ. Μητσοτάκης.