Σημαντική αλλαγή στη διαδικασία μεταβίβασης ακινήτων που προέρχονται από κληρονομιά, δωρεά ή γονική παροχή φέρνει ο νέος Νόμος 5293/2026, εισάγοντας ένα πιο ευέλικτο πλαίσιο που αναμένεται να επηρεάσει άμεσα τη λειτουργία της αγοράς ακινήτων.
Η βασική τομή της ρύθμισης αφορά τον τρόπο εξόφλησης του σχετικού φόρου, καθώς πλέον δίνεται η δυνατότητα να μην αποτελεί προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της συναλλαγής η προηγούμενη τακτοποίηση της φορολογικής υποχρέωσης. Αντί αυτού, ο φόρος μπορεί να παρακρατείται απευθείας από το τίμημα της πώλησης από τον συμβολαιογράφο και να αποδίδεται στην Εφορία, επιτρέποντας έτσι τη συνέχιση της διαδικασίας χωρίς καθυστερήσεις.
Στην πράξη, η αλλαγή αυτή διαφοροποιεί καθοριστικά το μέχρι σήμερα καθεστώς, όπου η προσάρτηση του πιστοποιητικού του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την προώθηση μιας αγοραπωλησίας. Πλέον, η σχετική δήλωση φόρου κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής μπορεί να υποβάλλεται ταυτόχρονα με τη δήλωση φόρου μεταβίβασης, με τον συμβολαιογράφο να αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στη διαδικασία, καθώς υποχρεούται να αναγράφει στο συμβόλαιο τα στοιχεία της δήλωσης και να προχωρά στην παρακράτηση του αντίστοιχου ποσού.
Η εξέλιξη αυτή εκτιμάται ότι θα έχει σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο, καθώς αντιμετωπίζει ένα από τα βασικά πρακτικά εμπόδια που συναντούσαν οι ιδιοκτήτες ακινήτων. Μέχρι σήμερα, πολλοί πωλητές δεν μπορούσαν να προχωρήσουν σε πώληση, καθώς δεν διέθεταν την απαιτούμενη ρευστότητα για να εξοφλήσουν τον φόρο πριν από την ολοκλήρωση της συναλλαγής. Με τη νέα ρύθμιση, το βάρος αυτό μεταφέρεται εντός της ίδιας της διαδικασίας πώλησης, διευκολύνοντας την ενεργοποίηση ακινήτων που παρέμεναν εκτός αγοράς.
Η παρέμβαση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο απλοποίησης των διαδικασιών που σχετίζονται με τη σύσταση και μεταβίβαση εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, με στόχο την επιτάχυνση των συναλλαγών και τη μείωση της γραφειοκρατίας.
Για την αγορά ακινήτων, η νέα ρύθμιση μεταβάλλει τη λογική των συναλλαγών, καθώς οι φορολογικές εκκρεμότητες που σχετίζονται με κληρονομιές και γονικές παροχές παύουν να λειτουργούν ως προαπαιτούμενο εμπόδιο και ενσωματώνονται στη διαδικασία της μεταβίβασης. Αυτό εκτιμάται ότι θα επιτρέψει ταχύτερη κυκλοφορία ακινήτων στην αγορά και καλύτερη αξιοποίησή τους, σε μια περίοδο όπου η περιορισμένη προσφορά επιτείνει τη στεγαστική πίεση.
Ωστόσο, κρίσιμο ζήτημα παραμένει η πρακτική εφαρμογή της ρύθμισης. Η αποτελεσματικότητα του νέου πλαισίου θα εξαρτηθεί από τον τρόπο με τον οποίο θα οργανωθεί η συνεργασία μεταξύ συμβολαιογράφων και φορολογικής διοίκησης, καθώς και από τη σαφήνεια των διαδικασιών που θα διέπουν την παρακράτηση και απόδοση του φόρου.



