Η εντυπωσιακή αποκατάσταση των αποθεμάτων ύδατος στον ταμιευτήρα του Μόρνου, όπως καταγράφεται κατά το πρώτο τετράμηνο του έτους 2026, σηματοδοτεί την ουσιαστική λήξη της περιόδου συναγερμού που εκκίνησε κατά το δυσμενές υδρολογικό έτος 2025.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο όγκος των υδάτινων αποθεμάτων παρουσίασε θεαματικό υπερτριπλασιασμό, ανερχόμενος πλέον στα 491,6 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, γεγονός που οδήγησε στον εκ νέου κατακλυσμό του οικισμού Κάλλιο και στην αποκατάσταση της επιφάνειας της τεχνητής λίμνης στα 14,7 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η εξέλιξη αυτή, αποδιδόμενη στις εξαιρετικά υψηλές βροχοπτώσεις και τη χιονοκάλυψη του πρώτου τριμήνου, ανατρέπει πλήρως τα δεδομένα της προγενέστερης ξηρασίας, επαναφέροντας το σύστημα υδροδότησης της πρωτεύουσας σε κατάσταση σχετικής ασφάλειας.
Παρά την ανωτέρω αδιαμφισβήτητη βελτίωση των φυσικών δεδομένων, εγείρονται σοβαρά ερωτήματα αναφορικά με τη νομιμότητα και την κοινωνική σκοπιμότητα της νέας τιμολογιακής πολιτικής που εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2026.
Η διοίκηση της ΕΥΔΑΠ προχώρησε σε οριζόντιες αυξήσεις των λογαριασμών ύδρευσης και αποχέτευσης, επικαλούμενη την ανάγκη θωράκισης του λεκανοπεδίου έναντι της λειψυδρίας, τη στιγμή που τα ίδια τα πραγματικά περιστατικά διαψεύδουν την ύπαρξη άμεσου κινδύνου. Η επιβάρυνση αυτή των οικιακών καταναλωτών κρίνεται ως δυσανάλογη, δεδομένου ότι η δομή του νέου τιμολογίου παραλείπει επιμελώς να εισάγει αντικίνητρα για υδροβόρες βιομηχανικές χρήσεις ή μεγάλες ιδιωτικές εγκαταστάσεις αναψυχής, διατηρώντας προνομιακές χρεώσεις για συγκεκριμένους επιχειρηματικούς ομίλους.
Επιπροσθέτως, η μετακύλιση του κόστους επεκτάσεων των δικτύων υδροδότησης σε μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις απευθείας στους καταναλωτές, αντί της επιβάρυνσης των αιτούντων φορέων, συνιστά κατάφωρη παραβίαση των πάγιων κανονιστικών αρχών και της δεοντολογίας περί διαχείρισης κοινωνικών αγαθών. Καθίσταται σαφές ότι η ρητορική περί κλιματικής κρίσης χρησιμοποιήθηκε προσχηματικά προκειμένου να θεμελιωθεί μια εισπρακτική πολιτική που αποσκοπεί στη διασφάλιση μερισματικών αποδόσεων, αγνοώντας τις αρχές της ανταποδοτικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Ενώ λοιπόν η φύση αποκατέστησε την επάρκεια του πόρου, η τιμολογιακή διοίκηση επιμένει να αντιμετωπίζει το νερό όχι ως δημόσιο αγαθό σε αφθονία, αλλά ως μέσο πρόσθετης οικονομικής επιβάρυνσης των πολιτών υπό το πρόσχημα μιας τεχνητής υγειονομικής και περιβαλλοντικής απειλής.



