Κρίσιμο μειονέκτημα που αφορά πρωτίστως την Ελλάδα είναι η διατήρηση της λογικής της πρώτης εισόδου
Με το Μπέλφαστ να καίγεται, λόγω των ανεξέλεγκτων κακοποιητικών δράσεων μεταναστών εναντίον Ιρλανδών πολιτών, την Παρασκευή (12 Ιουνίου 2026) τέθηκε σε ισχύ το «Νέο ευρωπαϊκό σύμφωνο για τη μετανάστευση και το άσυλο», αντικαθιστώντας το παλιό σύστημα των συμφωνιών του Δουβλίνου με ένα «αυστηρότερο και ενιαίο πλαίσιο» διαχείρισης των ροών.
- Από τον Νικ. Σταυρουλάκι
Το νέο αυτό σύστημα εισάγει υποχρεωτικό προέλεγχο υγείας, ασφάλειας και λήψης βιομετρικών δεδομένων στα εξωτερικά σύνορα εντός επτά ημερών, καθώς και ταχείες διαδικασίες εξπρές (έως 12 εβδομάδες) για όσους προέρχονται από χώρες με χαμηλά ποσοστά αναγνώρισης ασύλου, διευκολύνοντας την άμεση επιστροφή τους σε περίπτωση απόρριψης.
Παράλληλα, θεσπίζεται ένας μηχανισμός υποχρεωτικής αλληλεγγύης για την αποσυμφόρηση των χωρών πρώτης γραμμής, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, ο οποίος υποχρεώνει τα υπόλοιπα κράτη-μέλη είτε να δεχτούν μετεγκαταστάσεις προσφύγων είτε να καταβάλουν οικονομική αποζημίωση ύψους 20.000 ευρώ ανά άτομο που αρνούνται.
Παρά τη χρηματοδότηση των 3 δισ. ευρώ για την ψηφιακή και την επιχειρησιακή προετοιμασία των κρατών, το σύμφωνο αντιμετωπίζει προκλήσεις εναρμόνισης με τις νομοθεσίες των χωρών πρώτης γραμμής. Την ίδια στιγμή προκαλεί και έντονες αντιδράσεις από ανθρωπιστικές οργανώσεις που «ανησυχούν» για τον κίνδυνο παρατεταμένης κράτησης και υποβάθμισης των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο, δημιουργώντας δυστοπικές συμπεριφορές και δυσκολίες στις κρατικές Αρχές.
Παρότι η κυβέρνηση εμφανίζεται έτοιμη για την ενσωμάτωση του συμφώνου στην ελληνική νομοθεσία, οι προκλήσεις παραμένουν τεράστιες. Το νομοσχέδιο ενσωματώνει τις βασικές προβλέψεις του ευρωπαϊκού συμφώνου (υποχρεωτικό screening, μηχανισμό αλληλεγγύης) και όλα τα υπόλοιπα μέρη, ενώ εναρμονίζεται με την αυστηρότερη γραμμή που είχε προωθήσει ο Θ. Πλεύρης.
Το ελληνικό νομοσχέδιο εφαρμογής ενισχύει το screening στα σύνορα, τις ταχείες διαδικασίες και τις επιστροφές, εναρμονιζόμενο απόλυτα με τη νέα θέση της ελληνικής κυβέρνησης «ή φυλακή ή επιστροφή». Το ευρωπαϊκό σύμφωνο παρέχει «ομπρέλα» για αυτές τις πολιτικές, αλλά δεν λύνει τα διαρθρωτικά προβλήματα.
1 Κρίσιμο μειονέκτημα είναι η διατήρηση της λογικής της πρώτης εισόδου. Παρότι το σύμφωνο εισάγει νέο «Μηχανισμό Αλληλεγγύης» (Asylum and Migration Management Regulation), η πρωτογενής ευθύνη εξακολουθεί να πέφτει στις χώρες πρώτης γραμμής. Η Ελλάδα, λόγω γεωγραφίας (Αιγαίο, Κρήτη, Λιβυκό Πέλαγος), παραμένει το κύριο «φίλτρο» εισόδου από Τουρκία και βόρεια Αφρική.
2 Ο μηχανισμός αλληλεγγύης αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο «αγκάθι». Είναι υποχρεωτικός μόνο κατ’ όνομα: τα κράτη-μέλη μπορούν να επιλέξουν οικονομικές συνεισφορές (περίπου 20.000-30.000 ευρώ ανά άτομο που δεν δέχονται να μετεγκαταστήσουν), επιχειρησιακή βοήθεια ή offsets. Αυτό αφήνει περιθώριο σε χώρες, όπως η ομάδα του Βίζεγκραντ ή άλλες πιο «κλειστές» να αποφύγουν πραγματικές μετεγκαταστάσεις.
3 Οικονομικό φορτίο και υποδομές. Η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει σημαντικά σε προσωπικό (Αστυνομία, υπάλληλοι ασύλου, διερμηνείς, γιατροί), τεχνολογία (βιομετρικά συστήματα) και κλειστές/ελεγχόμενες δομές για τις ταχείες διαδικασίες (μέχρι 12 εβδομάδες).
4 Η Τουρκία δεν συνεργάζεται πάντα πλήρως, η Λιβύη είναι ασταθής, ενώ χώρες προέλευσης (Αφγανιστάν, Συρία, Αφρική) δυσκολεύονται να δεχτούν επιστροφές. Το αποτέλεσμα; Πολλοί απορριφθέντες μένουν εγκλωβισμένοι στην Ελλάδα.
5 Ανθρωπιστικές και νομικές παγίδες. Οι ταχείες συνοριακές διαδικασίες αυξάνουν τον κίνδυνο συστηματικών απορρίψεων χωρίς επαρκή εξατομικευμένη εξέταση, ειδικά για μεικτές ροές (πρόσφυγες και οικονομικοί μετανάστες).
6 Κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις. Στα νησιά και την ενδοχώρα η συσσώρευση αφίξεων πιέζει υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης και αστυνόμευσης. Το τουριστικό προϊόν επηρεάζεται αρνητικά σε περιοχές όπως το ανατολικό Αιγαίο. Πολιτικά, ενισχύει πόλωση.
Τελικά το ευρωπαϊκό σύμφωνο αποτελεί ημίμετρη λύση. Εισάγει μεν εργαλεία ελέγχου που εναρμονίζονται με την πιο σκληρή γραμμή Πλεύρη, αλλά τα μειονεκτήματα υπερισχύουν.