Με τη δήλωσή του για τις υποκλοπές, ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος δεν απέφυγε απλώς να απαντήσει. Υπερέβη τα εσκαμμένα και προσέβαλε τον πυρήνα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος.
Ισχυρίζεται ότι δεν είναι δουλειά ούτε του Πρωθυπουργού, ούτε της Βουλής, ούτε κανενός εκλεγμένου εκπροσώπου του λαού να ελέγχει, να ερευνά και να ζητά ευθύνες. Μόνο η Δικαιοσύνη, λέει. Όλα τα άλλα είναι… απαγορευμένα, λέγοντας πως «Δεν είναι δουλειά κανενός πρωθυπουργού, ούτε κανενός εκπροσώπου της εκτελεστικής ή της νομοθετικής εξουσίας να κάνει έρευνα και να ζητάει απαντήσεις. Όλα αυτά τα κάνει η Δικαιοσύνη και μόνο».
Με άλλα λόγια, οι βουλευτές που έχουν εκλεγεί για να ελέγχουν την εκτελεστική εξουσία, πρέπει να κάθονται σιωπηλοί και “υπάκουοι”. Η κοινοβουλευτική λογοδοσία, ο έλεγχος της κυβέρνηση, κατά τον κ. Μαρινάκη, είναι εκτός αρμοδιότητας.
Πρόκειται για μια απαράδεκτη και κυρίως αυταρχική αντίληψη. Η Δικαιοσύνη έχει τον δικό της ρόλο και κανείς δεν τον αμφισβητεί. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Βουλή και οι πολιτικοί πρέπει να παραδοθούν σε ρόλο θεατών. Αντίθετα, είναι θεσμική τους υποχρέωση να ελέγχουν την κυβέρνηση, να θέτουν ερωτήματα και να απαιτούν απαντήσεις, ιδίως σε ζητήματα όπως οι υποκλοπές.
Η απάντηση του κ. Μαρινάκη δεν είναι απλώς αμήχανη ή αόριστη. Είναι προκλητική. Μετατρέπει την άρνηση απάντησης σε ιδεολογία: «Μην ρωτάτε, μόνο η Δικαιοσύνη». Δηλαδή, σιωπή και υποταγή. Αυτή η λογική δεν ταιριάζει σε δημοκρατία. Ταιριάζει σε καθεστώτα όπου η εξουσία θεωρεί τον εαυτό της ανέλεγκτο.
Ο κ. Μαρινάκης δεν προσβάλλει μόνο την αντιπολίτευση. Προσβάλλει κάθε πολίτη που πιστεύει ότι η Βουλή δεν είναι διακοσμητικό σώμα, αλλά ο θεσμός που ελέγχει την κυβέρνηση εκ μέρους του λαού. Και αυτό δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο.