Σοβαρό πλήγμα δέχεται η αξιοπιστία του πολιτικού και θεσμικού συστήματος στη χώρα μας, όπως αποκαλύπτει η νέα έκθεση του ΟΟΣΑ για την Εμπιστοσύνη στους Δημόσιους Θεσμούς. Τα ευρήματα αποτυπώνουν ένα βαθύ ρήγμα ανάμεσα στους πολίτες και το κράτος, κατατάσσοντας την Ελλάδα, μαζί με τη Χιλή και τη Σλοβακία, στις χώρες με τη μεγαλύτερη απώλεια εμπιστοσύνης για την περίοδο 2023-2025.
Ελεύθερη πτώση για την κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, μόλις το 24% των Ελλήνων δηλώνει πλέον ότι εμπιστεύεται την κεντρική κυβέρνηση (είτε απόλυτα είτε μέτρια), σημειώνοντας κατακόρυφη πτώση από το 32% που είχε καταγραφεί το 2023. Η αρνητική αυτή τροχιά έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον μέσο όρο των υπόλοιπων χωρών του ΟΟΣΑ, ο οποίος παρουσίασε οριακή άνοδο φτάνοντας στο 40%.
Η ίδια απογοήτευση αντανακλάται και στους υπόλοιπους δημοκρατικούς θεσμούς:
Κοινοβούλιο: Η εμπιστοσύνη υποχώρησε στο 25% (από 32% το 2023), απέχοντας σημαντικά από τον διεθνή μέσο όρο που αγγίζει το 37%.
Πολιτικά Κόμματα: Παραμένουν στο ναδίρ, διολισθαίνοντας περαιτέρω στο 15% από το ήδη χαμηλό 17%.
Στο μικροσκόπιο Δικαιοσύνη, Αστυνομία και ΜΜΕ
Η κρίση αξιοπιστίας δεν περιορίζεται στους πολιτικούς σχηματισμούς αλλά επεκτείνεται σε θεμελιώδεις πυλώνες της κοινωνικής λειτουργίας. Η εμπιστοσύνη προς το δικαστικό σύστημα και τη Δικαιοσύνη υποχώρησε στο 39% έναντι 47% πριν από δύο χρόνια, ενώ ανάλογη πτωτική πορεία ακολούθησε και η Αστυνομία, πέφτοντας στο 44% από το 51%.
Παράλληλα, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συνεχίζουν να βιώνουν τη δική τους κρίση, με το ποσοστό αποδοχής τους να περιορίζεται στο ισχνό 19%. Στον αντίποδα, ο μοναδικός θεσμός που διατηρεί την υψηλή του δημοφιλία είναι οι Ένοπλες Δυνάμεις, συγκεντρώνοντας το 63% της εμπιστοσύνης των πολιτών.
Ακρίβεια, διαφθορά και η απόσταση από τους δείκτες
Η οικονομική καθημερινότητα αποτελεί τον βασικό καταλύτη αυτής της δυσαρέσκειας. Το 58% των ερωτηθέντων ιεραρχεί τον πληθωρισμό και το κόστος ζωής ως το νούμερο ένα πρόβλημα της χώρας —ποσοστό υψηλότερο από το 52% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Ακολουθούν οι κοινωνικές ανισότητες με 40%, η διαφθορά με 38% και το μεταναστευτικό ζήτημα με 25%.
Στην ανάλυσή του, ο Οργανισμός επιχειρεί να ερμηνεύσει αυτή την αποστασιοποίηση, σημειώνοντας ότι οι θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες ή οι ψηφιακές μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση συχνά χρειάζονται χρόνο για να γίνουν αισθητοί στην καθημερινότητα των πολιτών. Παρά το γεγονός ότι η ικανοποίηση από τις καθημερινές διοικητικές υπηρεσίες παρέμεινε σταθερή στο 50%-51% και καταγράφονται θετικά βήματα στην ταχύτητα εξυπηρέτησης, η καχυποψία παραμένει διάχυτη. Οι πολίτες εμφανίζονται ακόμη πιο ανήσυχοι για την πιθανότητα εξυπηρέτησης ιδιωτικών συμφερόντων εις βάρος του δημοσίου, επιβεβαιώνοντας ότι η ανάκτηση της χαμένης εμπιστοσύνης απαιτεί κάτι περισσότερο από απλά στατιστικά στοιχεία.
