Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα, στις 7 και 8 Ιουλίου, δεν αποτελεί για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απλώς μια κορυφαία διπλωματική διοργάνωση, αλλά, όπως αντιλαμβάνεται ο ίδιος εδώ και πολλά χρόνια τα πράγματα, ακόμη μια μοναδική ευκαιρία για ένα μεγάλο γεωπολιτικό παζάρι. Ο Τούρκος πρόεδρος εμφανίζεται αποφασισμένος να αξιοποιήσει (αλλά και να εργαλειοποιήσει) τη συγκυρία των διεθνών κρίσεων, τις εσωτερικές τριβές της Σςυμμαχίας και τη μεταβαλλόμενη σχέση Ευρώπης – ΗΠΑ, προκειμένου να αποσπάσει στρατιωτικά, οικονομικά και πολιτικά ανταλλάγματα.
Η Τουρκία δεν προσέρχεται στη Σύνοδο ως ένας απλός σύμμαχος που συμμερίζεται τις κοινές ανησυχίες. Προσέρχεται ως διαπραγματευτής, επιχειρώντας να μετατρέψει τη γεωγραφία της, την αμυντική της βιομηχανία και τη στρατηγική της θέση σε νόμισμα ανταλλαγής. Πρόκειται για μια πολιτική που ο Ερντογάν ακολουθεί εδώ και χρόνια: κρατά ανοιχτούς διαύλους τόσο με τη Δύση όσο και με τη Ρωσία, αξιοποιεί κάθε διεθνή κρίση για να αυξήσει τη διαπραγματευτική του ισχύ και επιδιώκει να αποκομίζει οφέλη χωρίς να αναλαμβάνει αντίστοιχες δεσμεύσεις – ενώ ταυτόχρονα προκαλεί, παραβιάζοντας ακόμη και τους πιο βασικούς κανόνες του Διεθνούς Δικαίου.
Η σημερινή συγκυρία τον ευνοεί. Το ΝΑΤΟ βρίσκεται μπροστά σε μια από τις δυσκολότερες περιόδους της ιστορίας του. Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, η Μέση Ανατολή παραμένει εύφλεκτη, ενώ οι τοποθετήσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έχουν ενισχύσει την αβεβαιότητα σχετικά με τον μελλοντικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η Ευρώπη αναγκάζεται να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες και να επιταχύνει προγράμματα όπως το ReArm Europe και το SAFE, αναζητώντας μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο επιχειρεί να εισχωρήσει η Αγκυρα. Ο Ερντογάν ζητά να ενταχθεί η Τουρκία στις ευρωπαϊκές αμυντικές πρωτοβουλίες, όχι ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά ως ειδικός εταίρος με πλήρη πρόσβαση στα εξοπλιστικά προγράμματα και στους ευρωπαϊκούς πόρους. Με άλλα λόγια, διεκδικεί μια σχέση α λα καρτ: συμμετοχή στα οφέλη, χωρίς τις πολιτικές υποχρεώσεις που συνοδεύουν την ευρωπαϊκή ένταξη.
Το αίτημα αυτό προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Η ίδια η Τουρκία εξακολουθεί να αρνείται να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία, διατηρεί το casus belli απέναντι στην Ελλάδα, αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο, και παραμένει υπό τη σκιά των αμερικανικών κυρώσεων που συνδέονται με την αγορά των ρωσικών S-400. Παρ’ όλα αυτά, ζητά να αντιμετωπίζεται ως ισότιμος πυλώνας της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Η αντίφαση είναι εμφανής. Ο Ερντογάν επιδιώκει να παρουσιάσει την Τουρκία ως αναντικατάστατο σύμμαχο, την ίδια στιγμή που η εξωτερική του πολιτική χαρακτηρίζεται από διαρκείς ισορροπίες μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Συνεργάζεται με τη Ρωσία σε κρίσιμους τομείς, διατηρεί ανοιχτές οικονομικές σχέσεις με τη Μόσχα, ενώ ταυτόχρονα απαιτεί πρόσβαση στην πιο προηγμένη δυτική στρατιωτική τεχνολογία. Στο επίκεντρο των επιδιώξεών του βρίσκεται και η αποκατάσταση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Η Αγκυρα επιδιώκει να επανέλθει στο πρόγραμμα των F- 35 ή, τουλάχιστον, να βρεθεί ένας εναλλακτικός μηχανισμός συνεργασίας. Παράλληλα, επιθυμεί την προμήθεια προηγμένης τεχνολογίας για το μαχητικό KAAN, την περαιτέρω ενίσχυση του προγράμματος των F-16 και, κυρίως, την άρση των περιορισμών που επιβλήθηκαν μετά την αγορά των S-400.
Δεν πρόκειται, όμως, μόνο για εξοπλισμούς. Η Τουρκία επιδιώκει να εξασφαλίσει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για τη δική της αμυντική βιομηχανία, να ενισχύσει τις εξαγωγές της και να καταστεί αναπόσπαστο τμήμα της νέας ευρωπαϊκής αλυσίδας παραγωγής οπλικών συστημάτων. Η προβολή των τουρκικών αμυντικών προϊόντων κατά τη διάρκεια της Συνόδου και του Φόρουμ Αμυντικής Βιομηχανίας εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική.
Παράλληλα, ο Ερντογάν προσπαθεί να αξιοποιήσει τη θετική προσωπική σχέση που φαίνεται ότι έχει οικοδομήσει με τον Ντόναλντ Τραμπ. Στην Αγκυρα εκτιμούν ότι η προσωπική χημεία των δύο ηγετών μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης απέναντι στους θεσμούς των ΗΠΑ, παρά τις αντιστάσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν στο Κογκρέσο σχετικά με τα F-35 και τις κυρώσεις CAATSA.
Ωστόσο, το διπλό παιχνίδι της Αγκυρας δεν σταματά εκεί. Η Τουρκία επιδιώκει να εμφανιστεί ως αναντικατάστατος διαμεσολαβητής από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τη Μέση Ανατολή και από τον Καύκασο μέχρι τη Βόρεια Αφρική. Ο ίδιος ο Ερντογάν καλλιεργεί συστηματικά το αφήγημα ότι «η Τουρκία είναι μεγαλύτερη από την ίδια την Τουρκία», προβάλλοντας μια νεοοθωμανική αντίληψη περιφερειακής επιρροής που ξεπερνά κατά πολύ τα εθνικά της σύνορα. Η ρητορική περί «γεωγραφίας της καρδιάς μας» δεν αποτελεί απλή ιδεολογική αναφορά. Αντανακλά μια πολιτική αντίληψη σύμφωνα με την οποία η Αγκυρα θεωρεί ότι διαθέτει ιστορικό και πολιτικό δικαίωμα παρέμβασης σε μια ευρεία ζώνη που εκτείνεται από τα Βαλκάνια έως τη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για μια προσέγγιση που συχνά προκαλεί ανησυχία στους γείτονές της και δημιουργεί εύλογες επιφυλάξεις εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Γι’ αυτό και η ευρωπαϊκή στάση εμφανίζεται αντιφατική. Από τη μία πλευρά, κορυφαίοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας, τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ και τη σημαντική ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας. Από την άλλη, αποφεύγουν συχνά να υπενθυμίσουν με την ίδια ένταση ότι η πρόοδος στις ευρωτουρκικές σχέσεις δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον σεβασμό του κράτους δικαίου, την επίλυση του Κυπριακού και τον τερματισμό της πολιτικής αμφισβήτησης ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Τα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα και η θέση της Ελλάδας
Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτουν κρίσιμο διαπραγματευτικό χαρτί, καθώς η συμμετοχή της Τουρκίας σε ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Η απαίτηση της Αγκυρας να απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα της ευρωπαϊκής άμυνας χωρίς να συμμορφώνεται με τις βασικές πολιτικές προϋποθέσεις συνιστά ένα αίτημα που δύσκολα μπορεί να γίνει αποδεκτό χωρίς σοβαρές εγγυήσεις.
Ο Ερντογάν γνωρίζει ότι η διεθνής αστάθεια αυξάνει την αξία της Τουρκίας. Γνωρίζει επίσης ότι οι Ευρωπαίοι αναζητούν επειγόντως αμυντικές δυνατότητες και βιομηχανική παραγωγή. Αυτό ακριβώς επιχειρεί να εκμεταλλευτεί. Με όχημα τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ φιλοδοξεί να μετατρέψει την Τουρκία από δύσκολο σύμμαχο σε αναγκαίο εταίρο και από περιφερειακή δύναμη σε βασικό παίκτη της νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Μπορεί, όμως, μια χώρα που εξακολουθεί να ακολουθεί επιλεκτικά τους κανόνες της Δύσης να εργαλειοποιεί τις διεθνείς κρίσεις και να διατηρεί ανοιχτά μέτωπα με συμμάχους της να απαιτεί τα προνόμια μιας σχέσης εμπιστοσύνης χωρίς να αναλαμβάνει τις αντίστοιχες υποχρεώσεις;