«Νόθα» ηγεσία Μητσοτάκη στη ΝΔ
Οι αποκαλύψεις για τον Α. Γεωργιάδη άνοιξαν τον ασκό του Αιόλου. 11 χρόνια ομερτά και τώρα όλα βγαίνουν στο φως!
Μείζον πολιτικό θέμα για τη Νέα Δημοκρατία αλλά και για τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την 11ετή ηγεσία του στο κόμμα δημιουργεί η αποκάλυψη της «δημοκρατίας» την περασμένη Παρασκευή για τις «μαϊμού» υπογραφές που καταγγέλλεται ότι είχε εμφανίσει το 2015 ο Αδωνις Γεωργιάδης προκειμένου να εξασφαλίσει την υποψηφιότητά του για την προεδρία της Ν.Δ.
Μια υπόθεση που επί 11 χρόνια παρέμενε θαμμένη στα κομματικά υπόγεια επιστρέφει σήμερα με εκρηκτικό τρόπο και απειλεί να ανοίξει έναν πολύ μεγαλύτερο φάκελο: εκείνον των εσωκομματικών εκλογών του 2015-2016 που οδήγησαν τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας. Το ζήτημα των αμφιλεγόμενων υπογραφών της υποψηφιότητας Γεωργιάδη αποδεικνύεται κάτι πολύ περισσότερο από μια παρασκηνιακή εκκρεμότητα του παρελθόντος. Μοιάζει πλέον με το φιτίλι που έκαιγε για 11 ολόκληρα χρόνια και που σήμερα ξαναφέρνει στην επιφάνεια όλα όσα είχαν προκαλέσει ερωτήματα, συγκρούσεις και καταγγελίες γύρω από εκείνη την εκλογική διαδικασία, αν και επιχειρείται -παρά τις συνταρακτικές καταγγελίες- να συνεχιστεί ακόμη και σήμερα η ομερτά.
Από το πρωτοφανές φιάσκο της πρώτης κάλπης και τις δεκάδες χιλιάδες ψήφους που είχαν ήδη καταγραφεί προτού καταρρεύσει το σύστημα, μέχρι τις δικαστικές περιπέτειες με την εταιρία που είχε αναλάβει την ηλεκτρονική υποστήριξη, την ανάθεση στη Vodafone και τις παλιές καταγγελίες για δεκάδες χιλιάδες «άγνωστους» ψηφοφόρους, ο σκοτεινός φάκελος του 2015 ξανανοίγει.
Η καταγγελία του Φίλιππου Ταυρή δεν περιορίζεται πλέον στο πρόσωπο ενός υπουργού. Αγγίζει ευθέως τη νομιμοποίηση της διαδικασίας μέσα από την οποία διαμορφώθηκαν οι συσχετισμοί που, λίγους μήνες αργότερα, έφεραν τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην ηγεσία της συντηρητικής παράταξης. Ο κ. Ταυρής, ως στέλεχος που συμμετείχε στην Κεντρική Εφορευτική Επιτροπή της Ν.Δ. το φθινόπωρο του 2015, είχε άμεση εικόνα της διαδικασίας διαχείρισης των υποψηφιοτήτων.
Και τώρα μιλά επωνύμως. Σύμφωνα με όσα αποκάλυψε η «δημοκρατία», καταγγέλλει ότι ένας από τους ανθρώπους που εμφανίζονταν να έχουν υπογράψει υπέρ της υποψηφιότητας του Αδωνη Γεωργιάδη παρουσιάστηκε αυτοπροσώπως και διαβεβαίωσε, ενώπιον μαρτύρων, ότι ουδέποτε είχε βάλει την υπογραφή του. Κατά τον ίδιο, το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν μάλιστα διατεθειμένο να το πιστοποιήσει και με υπεύθυνη δήλωση. Ακόμη σοβαρότερος είναι ο δεύτερος ισχυρισμός του Ταυρή ότι, όταν ενημέρωσε εκπροσώπους άλλων υποψηφίων, εκείνοι του ζήτησαν να μην προχωρήσει περαιτέρω το ζήτημα.
Εάν οι καταγγελίες αυτές επιβεβαιωθούν, δεν θα πρόκειται απλώς για μια προσωπική εκκρεμότητα του Άδωνη Γεωργιάδη. Θα τίθεται το ερώτημα πώς εγκρίθηκε μία υποψηφιότητα για την προεδρία της Ν.Δ. και γιατί μια τόσο σοβαρή καταγγελία δεν διερευνήθηκε τότε μέχρι τέλους. Και μαζί με αυτό έρχεται αναπόφευκτα το επόμενο ερώτημα: τι θα είχε συμβεί στις εσωκομματικές εκλογές εάν ο Γεωργιάδης δεν είχε συμμετάσχει; Το αποτέλεσμα είναι -11 χρόνια μετά- η ηγεσία Μητσοτάκη στη Ν.Δ. να κινδυνεύει να αποδειχθεί «νόθα»
Η παρουσία του Άδωνη Γεωργιάδη στην κούρσα δεν ήταν πολιτικά αδιάφορη. Στον πρώτο γύρο της 20ής Δεκεμβρίου συγκέντρωσε 46.065 ψήφους, ποσοστό 11,4%. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε λάβει 115.162 ψήφους και 28,5%, ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης 160.823 και 39,8% και ο Απόστολος Τζιτζικώστας 82.028 και 20,3%. Στον δεύτερο γύρο ο Γεωργιάδης στήριξε πολιτικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν 52,43% για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και 47,57% για τον Ευάγγελο Μεϊμαράκη, με διαφορά περίπου 16.000 ψήφων.
Έγινε σκόπιμα;
Στις σημερινές συνθήκες η καταγγελία Ταυρή λειτουργεί σαν το πρώτο κομμάτι ενός παζλ που επί χρόνια παρέμενε κλειστό. Και είναι πολλοί αυτοί στη Ν.Δ. που δεν έχουν ξεχάσει τι προηγήθηκε.
Στις 22 Νοεμβρίου 2015 οι κάλπες επρόκειτο να ανοίξουν σε εκατοντάδες εκλογικά κέντρα σε ολόκληρη τη χώρα. Η διαδικασία κατέρρευσε προτού ουσιαστικά ολοκληρωθεί η έναρξή της, εξαιτίας της αποτυχίας του ηλεκτρονικού συστήματος πιστοποίησης. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι αυτό έγινε σκόπιμα. Αργότερα ο Ν. Καραχάλιος, τότε στενός συνεργάτης του Ευάγγελου Μεϊμαράκη, υποστήριξε ότι, μέχρι τη στιγμή που «έπεσε το σύστημα», είχαν ήδη ψηφίσει περισσότεροι από 40.000 πολίτες και ότι στα διαθέσιμα εκείνη τη στιγμή στοιχεία ο Μεϊμαράκης εμφανιζόταν να προηγείται με περίπου 56%. Ο ίδιος έχει υποστηρίξει επίσης ότι υπήρχε δυνατότητα να συνεχιστεί η διαδικασία χειρόγραφα, όμως οι άλλοι υποψήφιοι δεν αποδέχθηκαν αυτή τη λύση. Ανεξάρτητη και ολοκληρωμένη καταμέτρηση εκείνων των ψήφων δεν δημοσιοποιήθηκε ποτέ. Η διαδικασία ακυρώθηκε. Δύο ημέρες αργότερα ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης παραιτήθηκε από την προσωρινή προεδρία της Ν.Δ. και τη σκυτάλη παρέλαβε ο Γιάννης Πλακιωτάκης.
Το τεχνικό έργο είχε ανατεθεί στην εταιρία Infosolutions. Μετά το φιάσκο η Ν.Δ. στράφηκε δικαστικά κατά της εταιρίας. Κατέθεσε ασφαλιστικά μέτρα και αγωγή, ζητώντας μάλιστα συντηρητική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων έως το ποσό των 2,5 εκατ. ευρώ. Η υπόθεση συζητήθηκε τελικά στο Πολυμελές Πρωτοδικείο της Αθήνας το 2019, όταν πια αρχηγός ήταν ο Κ. Μητσοτάκης. Εκεί ανέκυψαν νέα ερωτήματα. Σύμφωνα με το τότε δικαστικό ρεπορτάζ, από την πλευρά της Ν.Δ. δεν εξετάστηκε μάρτυρας για να υποστηρίξει την αγωγή, ενώ οι εκπρόσωποι της Infosolutions πρόβαλαν τη δική τους εκδοχή για τις ευθύνες της αποτυχίας. Έτσι, μία από τις πλέον ταραχώδεις εσωκομματικές διαδικασίες της Μεταπολίτευσης έμεινε με μεγάλα κομμάτια της πραγματικής εικόνας να μην έχουν φωτιστεί δημόσια μέχρι τέλους.
Μετά την κατάρρευση της πρώτης διαδικασίας, η Ν.Δ. είχε στραφεί στη Vodafone για τη διεξαγωγή των νέων εκλογών, οι οποίες έγιναν αρκετές εβδομάδες αργότερα κι ενώ οι συσχετισμοί είχαν καταφανώς επηρεαστεί. Επίσης η επιλογή προκάλεσε τότε σφοδρή αντίδραση της άλλης εταιρίας η οποία είχε κληθεί να καταθέσει προσφορά για να μην εμφανιστεί μόνη η Vodafone στη διαδικασία. Οι αιτιάσεις αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικής αντιπαράθεσης.
Στο εσωκομματικό παρασκήνιο της εποχής έμεινε η συζήτηση για τους περίπου 50.000 νέους ή «άγνωστους» ψηφοφόρους που εμφανίστηκαν, κατά τους επικριτές της διαδικασίας, να ενισχύουν αποφασιστικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ο ίδιος ο Ευ. Μεϊμαράκης φέρεται ότι είχε πει τότε χαρακτηριστικά «ψάχνουμε να βρούμε 50.000… αγνώστου ταυτότητας ψηφίσαντες».
Η σημερινή αποκάλυψη για τις υπογραφές Γεωργιάδη δίνει σε όλα εκείνα τα παλιά ερωτήματα νέα πολιτική ένταση. Για 11 χρόνια η εσωκομματική αναμέτρηση του 2015-2016 αντιμετωπιζόταν από τη Ν.Δ. ως μια κλεισμένη υπόθεση. Η εξουσία που ακολούθησε σκέπασε τις αντιπαραθέσεις, οι παλιοί λογαριασμοί μπήκαν στο συρτάρι και η νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη αποτέλεσε την αφετηρία μιας νέας εποχής για το κόμμα. Τώρα όμως μια καταγγελία που ξεκινά από τις 50 υπογραφές του Άδωνη Γεωργιάδη -αν και λαλίστατος, σιωπά για την ουσία της υπόθεσης αυτής- ξαναφέρνει στην επιφάνεια ολόκληρη εκείνη την περίοδο.
Τα αμείλικτα ερωτήματα
Πλέον τα ερωτήματα δεν αφορούν μόνο τον υπουργό Υγείας. Αφορούν την ίδια την κομματική διαδικασία που γέννησε την ηγεσία Μητσοτάκη. Ποιος έλεγξε πραγματικά τις 50 υπογραφές; Γιατί, εφόσον υπήρξε καταγγελία από εμφανιζόμενο ως υπογράφοντα ότι η υπογραφή του δεν ήταν δική του, αυτή δεν διερευνήθηκε; Ποιοι ζήτησαν να σταματήσει η έρευνα; Τι απέγιναν οι ψήφοι της ακυρωθείσας 22ας Νοεμβρίου; Γιατί το φιάσκο της ηλεκτρονικής διαδικασίας δεν φωτίστηκε ποτέ πλήρως; Και γιατί, 11 χρόνια μετά, χρειάζεται ένας παλιός κομματικός παράγοντας να ανοίξει ξανά τον φάκελο;
Η «βόμβα» Ταυρή άνοιξε τον ασκό του Αιόλου. Και η ηγεσία της Ν.Δ. δεν μπορεί πλέον να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά μόνο με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς ή με τη σιωπή. Διότι, αν οι καταγγελίες αποδειχθούν αβάσιμες, ο μόνος τρόπος να κλείσει οριστικά η υπόθεση είναι να παρουσιαστούν τα στοιχεία. Αν όμως αποδειχθεί ότι έστω και μία από τις απαιτούμενες υπογραφές δεν ήταν γνήσια και ότι αυτό είχε γίνει γνωστό στην ΚΕΦΕ χωρίς να διερευνηθεί, τότε ο φάκελος του 2015 δεν θα αφορά πια μόνο τον Άδωνι Γεωργιάδη. Θα αφορά την ίδια την πολιτική αφετηρία της 11ετούς ηγεσίας του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Νέα Δημοκρατία. Έντεκα χρόνια μετά, η ομερτά δείχνει να ραγίζει. Και τώρα όλα ζητούν απαντήσεις…