«Πρωταθλήτρια» στους φόρους η Ελλάδα: Στο 41,3% του ΑΕΠ η επιβάρυνση

Το φορολογικό «θαύμα» Μητσοτάκη: Πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε.

Την ώρα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιμένει να παρουσιάζει μια εικόνα οικονομικής ευημερίας, τα επίσημα στοιχεία της Eurostat αποκαλύπτουν μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα για τη φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα. Η χώρα βρίσκεται στην πρώτη δεκάδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τα έσοδα από φόρους και κοινωνικές εισφορές σε σχέση με το ΑΕΠ, ξεπερνώντας ακόμη και οικονομίες με υψηλότερα επίπεδα εισοδήματος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία για το 2025, τα έσοδα από φόρους και καθαρές κοινωνικές εισφορές στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν στο 41,3% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 40,7%, κατατάσσοντας τη χώρα μας στην ένατη θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών.

Πληρώνουμε αναλογικά περισσότερα από Ισπανούς και Πορτογάλους

Οι συγκρίσεις με άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι αποκαλυπτικές. Στην Ισπανία, τα φορολογικά έσοδα και οι κοινωνικές εισφορές αντιστοιχούν στο 38,1% του ΑΕΠ, δηλαδή 3,2 ποσοστιαίες μονάδες λιγότερο από ό,τι στην Ελλάδα. Στην Πορτογαλία, ο αντίστοιχος δείκτης περιορίζεται στο 37,1%, ενώ στην Κύπρο βρίσκεται ακόμη χαμηλότερα, στο 36,3%.

Ανάλογη εικόνα προκύπτει και από τη σύγκριση με άλλες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ολλανδία καταγράφει ποσοστό 39,6%, η Κροατία 38,9%, η Πολωνία 37,6% και η Τσεχία 35,2%.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με τη Γερμανία, όπου ο δείκτης ανέρχεται στο 41,4%. Η διαφορά περιορίζεται μόλις στο ένα δέκατο της ποσοστιαίας μονάδας, παρότι οι δύο οικονομίες απέχουν σημαντικά ως προς την παραγωγικότητα και τα εισοδήματα.

Υψηλότερη αναλογία εμφανίζει η Ιταλία, με 43% του ΑΕΠ. Ωστόσο, το γεγονός ότι υπάρχουν χώρες με μεγαλύτερα ποσοστά δεν αναιρεί το βασικό συμπέρασμα: η Ελλάδα συγκαταλέγεται στα κράτη με υψηλή συνολική φορολογική επιβάρυνση σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας τους.

Τα κρατικά ταμεία γεμίζουν, αλλά τι κερδίζει ο πολίτης;

Το ερώτημα που προκύπτει είναι συγκεκριμένο: ποιο είναι το αντίκρισμα αυτών των εσόδων για την ελληνική κοινωνία; Όταν το κράτος συγκεντρώνει από φόρους και εισφορές ποσά που αντιστοιχούν σε περισσότερο από τέσσερα δέκατα του ΑΕΠ, οι πολίτες δικαιούνται να απαιτούν αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες, ποιοτική υγειονομική περίθαλψη, αξιοπρεπείς υποδομές και ουσιαστική κοινωνική προστασία.

Η κυβέρνηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην προβολή των δημοσιονομικών επιδόσεων, αποφεύγοντας τη συζήτηση για το κατά πόσο οι φορολογούμενοι απολαμβάνουν υπηρεσίες ανάλογες των πόρων που καταβάλλουν.

Ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, η υψηλή αναλογία φορολογικών εσόδων προς το ΑΕΠ αναδεικνύει την ανάγκη για ουσιαστική αξιολόγηση της φορολογικής πολιτικής. Άλλωστε, οι φόροι κατανάλωσης επιβαρύνουν τις καθημερινές αγορές, ενώ οι ασφαλιστικές εισφορές επηρεάζουν το κόστος της εργασίας.

Βεβαίως, ο δείκτης της Eurostat δεν αποτυπώνει από μόνος του πόσο φόρο πληρώνει κάθε νοικοκυριό ούτε αποδεικνύει ότι όλοι οι Έλληνες φορολογούνται περισσότερο από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Καταγράφει, όμως, το συνολικό βάρος φόρων και εισφορών στην οικονομία, προσφέροντας μια σαφή βάση σύγκρισης με τις υπόλοιπες χώρες.

Περισσότερα από 7,6 τρισ. ευρώ στα ευρωπαϊκά ταμεία

Η άνοδος των φορολογικών εσόδων δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αναλογία φόρων και κοινωνικών εισφορών προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 40,2% το 2024 σε 40,7% το 2025.

Στην ευρωζώνη η αντίστοιχη αύξηση ήταν ακόμη μεγαλύτερη, καθώς ο δείκτης διαμορφώθηκε στο 41,3%, έναντι 40,7% την προηγούμενη χρονιά.

Σε απόλυτους αριθμούς, τα συνολικά φορολογικά έσοδα και οι κοινωνικές εισφορές των κρατών-μελών έφτασαν τα 7,686 τρισ. ευρώ, αυξημένα κατά 401 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2024.

Αύξηση της αναλογίας καταγράφηκε σε 19 από τα 27 κράτη-μέλη, ενώ στις υπόλοιπες οκτώ χώρες σημειώθηκε υποχώρηση. Η μεγαλύτερη μεταβολή παρατηρήθηκε στη Γερμανία, όπου ο δείκτης ανέβηκε από 40,3% σε 41,4%, ενώ ακολούθησαν η Μάλτα, από 29,3% σε 30,3%, και η Ισπανία, από 37,2% σε 38,1%.