Η μεταναστευτική κρίση έχει πλέον εγκατασταθεί μόνιμα στον πυρήνα της υπαρξιακής κρίσης που μαστίζει την Ευρωπαϊκή Ενωση και τα κυρίαρχα έθνη-κράτη, απειλώντας ευθέως την κοινωνική συνοχή και την ασφάλειά τους. Μέσα σε αυτό το απόλυτα ασφυκτικό σκηνικό, η έγκριση του νέου Κανονισμού Επιστροφών στο συμβούλιο του Λουξεμβούργου την Πέμπτη μοιάζει περισσότερο με ένα νομικό ευχολόγιο.
Οι Ευρωπαίοι υπουργοί παραμένουν εξαιρετικά διστακτικοί απέναντι στην πραγματικότητα, ψηφίζοντας μέτρα που φαντάζουν κυριολεκτικά ως λόγια του αέρα μπροστά στο χαοτικό μέγεθος των ροών. Η πολυδιαφημισμένη πρόβλεψη για τη δημιουργία κέντρων επιστροφής σε τρίτες χώρες, αν και ακούγεται καινοτόμα, σκοντάφτει σε ατελείωτες γραφειοκρατικές δεσμεύσεις, μετατρέποντας την πρακτική εφαρμογή της σε έναν δυσεπίλυτο γρίφο.
Την ώρα που χώρες της πρώτης γραμμής, όπως η Ελλάδα, πολιορκούνται ασφυκτικά και καθημερινά, η εγχώρια πολιτική σκηνή αναλώνεται στην παραγωγή φθηνών εντυπώσεων. Ο αρμόδιος υπουργός, Θάνος Πλεύρης, επιχείρησε να παριστάνει τον εθνικό ήρωα στις Βρυξέλλες, παρουσιάζοντας την πρότασή του για έναν έκτακτο μηχανισμό στήριξης ως διπλωματικό κατόρθωμα. Ωστόσο, το να διεκδικείς τα απολύτως βασικά (όπως η αυξημένη επιτήρηση των συνόρων και η άμεση αναστολή χορήγησης ασύλου σε συνθήκες εισβολής όπως στη Θέουτα) τονίζοντας πως «η Ευρώπη πρέπει να προστατευτεί» αποτελεί τη στοιχειώδη υποχρέωση του κράτους και όχι αφορμή για πανηγυρισμούς.
Νέος κανονισμός
Ο νέος ευρωπαϊκός κανονισμός επιχειρεί να αυστηροποιήσει επιφανειακά το νομικό πλαίσιο, θεσπίζοντας μια κοινή ευρωπαϊκή εντολή επιστροφής, ποινές για όσους μετανάστες αρνούνται να συνεργαστούν και πολυετείς απαγορεύσεις επανεισόδου. Ποια είναι όμως η σκληρή αλήθεια των αριθμών που ακυρώνει τις εξαγγελίες; Οπως παραδέχτηκε κυνικά η ιρλανδική προεδρία, «περίπου δύο στους τρεις ανθρώπους που λαμβάνουν εντολή να εγκαταλείψουν την Ε.Ε. δεν αναχωρούν στην πραγματικότητα». Οσο η Ευρώπη αναλώνεται στις χρονοβόρες διαπραγματεύσεις του άρθρου 14 για απελάσεις σε κράτη χωρίς καμία απολύτως σύνδεση με τους εισερχόμενους πληθυσμούς, τα εθνικά σύνορα θα παραμένουν ανοιχτά και τα ευρωπαϊκά ημίμετρα απλώς θα συντηρούν το σημερινό αδιέξοδο.