Η υπόθεση Μαζωνάκη φαίνεται πως άνοιξε τον ασκό του Αιόλου στον χώρο της ιδιωτικής υγείας, καθώς μετά τις αποκαλύψεις που ακολούθησαν τον θάνατο του τραγουδιστή νέες καταγγελίες ασθενών έρχονται διαρκώς στο φως, φέρνοντας στο προσκήνιο πρακτικές που ζητούν διερεύνηση. Ανάμεσά τους βρίσκεται πλέον και η συγκλονιστική περίπτωση μιας γυναίκας, η οποία καταγγέλλει ότι οδηγήθηκε στην αφαίρεση και των δύο μαστών της επειδή ο γιατρός της την είχε ενημερώσει ότι γενετικός έλεγχος για κληρονομική προδιάθεση στον καρκίνο ήταν θετικός. Η ίδια υποστηρίζει ότι αργότερα, αναζητώντας τον ιατρικό της φάκελο, πληροφορήθηκε πως η συγκεκριμένη εξέταση δεν είχε πραγματοποιηθεί ποτέ, ενώ όταν έκανε τελικά νέο γενετικό έλεγχο μέσω άλλου γιατρού, το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό.
Η γυναίκα είχε απευθυνθεί στον συγκεκριμένο γιατρό εξαιτίας του οικογενειακού ιστορικού της, καθώς υπήρχαν περιστατικά καρκίνου του μαστού στην οικογένειά της και ήθελε να γνωρίζει εάν αντιμετώπιζε αυξημένο κίνδυνο. Οι εξετάσεις που έκανε αρχικά, σύμφωνα με όσα καταγγέλλει η πλευρά της, δεν έδειξαν κακοήθεια. Τότε ήταν που της προτάθηκε να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα και να υποβληθεί σε γενετικό έλεγχο, προκειμένου να διερευνηθεί πιθανή κληρονομική προδιάθεση.
Για την εξέταση, όπως ανέφερε στην εκπομπή του OPEN ο δικηγόρος της, Άγγελος Ποταμιάς, η γυναίκα πλήρωσε 800 ευρώ. Λίγο αργότερα κλήθηκε στο ιατρείο, όπου, κατά την καταγγελία, άκουσε μία ενημέρωση που έμελλε να καθορίσει τη ζωή της.
«Το τεστ βγήκε θετικό, οπότε πρέπει να προχωρήσουμε άμεσα και πρέπει να προχωρήσουμε σε χειρουργείο», φέρεται να της είπε ο γιατρός, σύμφωνα με όσα μετέφερε ο δικηγόρος της.
Από μία προφορική ενημέρωση στο χειρουργείο
Η γυναίκα, έχοντας εμπιστευθεί τον γιατρό της και θεωρώντας ότι υπήρχε επιβεβαιωμένη γενετική προδιάθεση για καρκίνο, αποδέχθηκε να υποβληθεί σε μία εξαιρετικά σοβαρή και μη αναστρέψιμη επέμβαση: αμφοτερόπλευρη προφυλακτική μαστεκτομή.
Αφαιρέθηκαν και οι δύο μαστοί της και ακολούθησε αποκατάσταση με την τοποθέτηση ενθεμάτων. Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, σύμφωνα με όσα καταγγέλλονται, είναι ότι η απόφαση αυτή είχε ληφθεί με τη γυναίκα να πιστεύει πως υπήρχε θετικό αποτέλεσμα γενετικής εξέτασης.
Η υπόθεση άρχισε να παίρνει διαφορετική τροπή όταν εμφανίστηκαν προβλήματα με τα ενθέματα. Αναζητώντας δεύτερη ιατρική γνώμη, η γυναίκα χρειάστηκε να συγκεντρώσει το ιστορικό της και όλα τα έγγραφα που αφορούσαν τις εξετάσεις και τις επεμβάσεις στις οποίες είχε υποβληθεί.
Τότε ήταν που, σύμφωνα με τον δικηγόρο της, διαπίστωσε μία κρίσιμη απουσία: στον φάκελό της δεν υπήρχε το αποτέλεσμα του γενετικού ελέγχου που υποτίθεται ότι είχε βγει θετικό και είχε προηγηθεί της απόφασης για τη διπλή μαστεκτομή.
Άρχισε να αναζητά το τεστ που είχε καθορίσει τη ζωή της
Η γυναίκα επέστρεψε στον γιατρό ζητώντας να μάθει πού βρισκόταν η εξέταση. Κατά την πλευρά της, εκείνος επέμεινε ότι την είχε ενημερώσει για το αποτέλεσμα, χωρίς όμως να της παραδοθεί το έγγραφο που αναζητούσε.
Δεν σταμάτησε εκεί. Απευθύνθηκε στην κλινική όπου θεωρούσε ότι είχε διενεργηθεί ο γενετικός έλεγχος, αναζητώντας πλέον η ίδια το αποτέλεσμα που είχε αποτελέσει τη βάση για μία τόσο δραστική ιατρική απόφαση.
Και εκεί, σύμφωνα πάντα με όσα καταγγέλλει ο δικηγόρος της, ήρθε η ανατροπή. Η γυναίκα φέρεται να ενημερώθηκε ότι ο συγκεκριμένος γενετικός έλεγχος δεν είχε πραγματοποιηθεί ποτέ.
Εάν ο συγκεκριμένος ισχυρισμός επιβεβαιωθεί από τα σχετικά έγγραφα και την έρευνα της υπόθεσης, δημιουργείται ένα εξαιρετικά σοβαρό ερώτημα: σε ποιο ακριβώς αποτέλεσμα βασίστηκε η ενημέρωση που είχε λάβει πριν συναινέσει στην αφαίρεση των δύο μαστών της;
Το νέο τεστ βγήκε αρνητικό
Η ίδια αποφάσισε τελικά να αναζητήσει απάντηση από την αρχή. Μέσω άλλου γιατρού υποβλήθηκε σε νέο γενετικό έλεγχο, αυτή τη φορά έχοντας στα χέρια της το αποτέλεσμα. Και, όπως υποστήριξε ο δικηγόρος της, ήταν αρνητικό. «Το τεστ βγήκε αρνητικό. Δεν είχε καμία προδιάθεση», ανέφερε ο Άγγελος Ποταμιάς, περιγράφοντας την υπόθεση.
Η καταγγελία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ακριβώς επειδή δεν αφορά μία θεραπευτική επιλογή που μπορεί απλώς να ανακληθεί ή να αλλάξει. Αφορά μία μη αναστρέψιμη χειρουργική επέμβαση, στην οποία η γυναίκα υποστηρίζει ότι συναίνεσε θεωρώντας δεδομένη την ύπαρξη ενός θετικού γενετικού αποτελέσματος.
Πέρα από τη σωματική δοκιμασία, η ίδια κάνει λόγο, μέσω της πλευράς της, για σοβαρές συνέπειες στην ψυχολογία, στην προσωπική και συναισθηματική της ζωή, αλλά και για σημαντική οικονομική επιβάρυνση.
