Η υπεράσπιση του «δυτικού πολιτισμού» είναι σημαντικό ζητούμενο. Ομως χωρίς την ανάδειξη των θεμελίων του κινδυνεύει να καταστεί ένα κενό περιεχομένου σύνθημα
Η πρόσφατη ομιλία του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου επανέφερε στο προσκήνιο την ανάγκη υπεράσπισης του κοινού πολιτισμού που συνδέει τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Και είναι αλήθεια πως σε μία εποχή γεωπολιτικής αστάθειας και ιδεολογικής ρευστότητας αυτό είναι κάτι παραπάνω από αναγκαίο.
Είναι αλήθεια, επίσης, πως ο λεγόμενος «δυτικός πολιτισμός» δεν είναι μία αφηρημένη έννοια, αλλά κάτι που διαμορφώθηκε μέσα από αιώνες κοινής ιστορικής εμπειρίας των ευρωπαϊκών εθνών και βάσει ενός συγκροτημένου κοινού συστήματος αξιών. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή παρουσιάζει ένα σοβαρό έλλειμμα, που είναι η αποκοπή της από τις βαθύτερες ρίζες του πολιτισμού που επιχειρεί να υπερασπιστεί. Η αναφορά στη «δυτική ταυτότητα», χωρίς σαφή ιστορική θεμελίωση, οδηγεί σε έναν επιφανειακό και ενίοτε εργαλειακό λόγο. Διότι, αν υπάρχει μία μήτρα αυτής της ταυτότητας, αυτή δεν είναι απλώς η Ευρώπη ως γεωγραφική και πολιτική οντότητα, αλλά η Ελλάδα ως ιστορική και πνευματική αφετηρία.
Ηταν η αρχαία ελληνική σκέψη που διαμόρφωσε τις βασικές δομές με τις οποίες εξακολουθούμε ακόμη και σήμερα να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο: η λογική, η φιλοσοφία, η πολιτική θεωρία, η έννοια του πολίτη. Ο Αριστοτέλης και ο Πλάτων δεν αποτελούν απλές ιστορικές μορφές, αλλά θεμέλια της δυτικής πολιτικής και της φιλοσοφικής σκέψης. Το ρωμαϊκό οικοδόμημα, ο χριστιανισμός και ο Διαφωτισμός δεν υποκατέστησαν την ελληνική σκέψη, αλλά οικοδομήθηκαν πάνω σε αυτήν!
Η παντελής απουσία οιασδήποτε αναφοράς του Ρούμπιο σε αυτήν την πραγματικότητα δεν πρέπει να εκληφθεί απλώς ως μία λυπηρή παράλειψη. Είναι δυστυχώς ενδεικτική μιας ευρύτερης τάσης αποϊστορικοποίησης του δυτικού αφηγήματος. Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι, όμως, το ότι αυτή η αποσιώπηση έχει την αιτία της ουσιαστικά στην αδυναμία ή και στην απροθυμία των ελληνικών ελίτ να υπερασπιστούν και να αναδείξουν τον ρόλο του Ελληνισμού στην διαμόρφωση της δυτικής ταυτότητας, κάτι που έχει οδηγήσει σε ένα ιδιότυπο φαινόμενο αυτοαπαξίωσής του.
Η στάση αυτή έχει τις συνέπειές της, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται διεθνώς ένα πρότυπο της Ελλάδας ως μία ασήμαντη περιφερειακή χώρα. Παράλληλα, εγχωρίως καλλιεργείται μία αποσύνδεση της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας από την ιστορική της συνέχεια. Ετσι, δημιουργείται μία κοινωνία που δυσκολεύεται να αναγνωρίσει το βάθος της ίδιας της κληρονομιάς της.
Η αναστροφή αυτού του κλίματος απαιτεί:
• Ενσωμάτωση της πολιτισμικής μας πτυχής στον διπλωματικό λόγο της πατρίδας μας, κάτι που θα αποτελέσει ένα εργαλείο ήπιας ισχύος.
• Αναβάθμιση της πολιτιστικής διπλωματίας μέσω πανεπιστημίων, ερευνητικών ιδρυμάτων, πολιτιστικών οργανισμών, προγραμμάτων συνεργασίας, έδρες ελληνικών σπουδών, διεθνή συνέδρια κ.λπ.
• Επανασύνδεση της ελληνικής εκπαίδευσης, σε όλες τις βαθμίδες της, με την ελληνική πνευματική παράδοση.
Στρατηγική σκέψη
Το σημαντικότερο όλων, όμως, είναι να συνειδητοποιήσουν οι ελληνικές κυβερνήσεις ότι πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο τους. Δεν αρκεί, δηλαδή, να λειτουργούν ως απλοί διαχειριστές μίας κρατικής οντότητας. Οφείλουν να αναλάβουν τον ρόλο ενός πολιτικού εθνικού κέντρου, που θα εκφράζει όχι μόνο το παρόν αλλά και τη διαχρονία του Ελληνισμού. Αυτό απαιτεί στρατηγική σκέψη, αυτοπεποίθηση και στήριξη ενός αφηγήματος που να αντανακλά την ιστορική βαρύτητα του Ελληνισμού.
Η υπεράσπιση του «δυτικού πολιτισμού» είναι πράγματι ένα σημαντικό ζητούμενο. Ομως χωρίς την ανάδειξη των θεμελίων του κινδυνεύει να καταστεί ένα κενό περιεχομένου σύνθημα. Και χωρίς την ενεργό συμμετοχή της Ελλάδας στη διαμόρφωση αυτού του λόγου ο Ελληνισμός κινδυνεύει να παραμείνει σιωπηλός θεατής της ίδιας του της ιστορίας.
*Διευθυντής περιοδικού «Ενδοχώρα»



