Στην Κύπρο μεταβαίνουν ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας και ο Ελληνας πρωθυπουργός για να επιθεωρήσουν αεροπλανοφόρα και φρεγάτες όσο ο Βρετανός ολιγωρεί να στείλει βοήθεια
Ο πρωθυπουργός μεταβαίνει στην Κύπρο ακολουθώντας τα χνάρια του υπουργού Αμυνας Νίκου Δένδια, ο οποίος άνοιξε εγκαίρως τον δρόμο για την άτυπη εφαρμογή του ενιαίου αμυντικού δόγματος με τη Μεγαλόνησο. Το ενδιαφέρον είναι ότι ταυτόχρονα μεταβαίνει στη Μεγαλόνησο ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Εμανουέλ Μακρόν κι έτσι όλοι θα συμπέσουν, Μητσοτάκης, Χριστοδουλίδης και Μακρόν, στην εκπομπή ενός ισχυρού πολιτικού μηνύματος για τη Λευκωσία με αποδέκτες όλα τα κράτη της περιοχής: η Κύπρος θωρακίζεται αμυντικά.
Ο Κίμων συμμαχεί με τον Ντε Γκολ όσο ο Τσόρτσιλ ολιγωρεί να φθάσει. Και ίσως να μην αργεί και πολύ ο καιρός που με βάση τις νέες συνθήκες αποτελέσει νέο μέλος του ΝΑΤΟ. Μεταξύ του χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από την επίσκεψη του υπουργού Αμυνας Ν. Δένδια και την επικείμενη επίσκεψη των κυρίων Μητσοτάκη και Μακρόν στη Μεγαλόνησο η ηγεσία της ελληνικής αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε όλο τον χρόνο να μεταβεί στο νησί, να συναντηθεί με την πολιτική του ηγεσία και να διακηρύξει την ψυχική στήριξη ολόκληρου του ελληνικού λαού απέναντι στους δοκιμαζόμενους αδελφούς μας. Δεν το έκανε.
Ο κύριος Ανδρουλάκης δίστασε, ο κύριος Φάμελλος εξάντλησε τον χρόνο του στο να ζητά να μην εμπλακεί η Ελλάδα στον πόλεμο, η ανερμάτιστη ηγεσία της Νέας Αριστεράς περίπου διαφώνησε με την αποστολή των ελληνικών φρεγατών και μαχητικών στην Κύπρο, η Ζωή δεν είναι τόσο ζωηρή με τα εθνικά θέματα όσο με τα κοινωνικά, η επερχόμενη Μαρία Καρυστιανού εξέδωσε με καθυστέρηση μία γενικόλογη έκθεση ιδεών, τέσσερις μέρες μετά το χτύπημα του Ισραήλ, υπέρ της παγκόσμιας ειρήνης, ενώ τα κόμματα του λεγόμενου πατριωτικού χώρου ολιγώρησαν.
Ικανοποίηση
Δικαίως λοιπόν σήμερα η κυβέρνηση αξιοποιεί το κενό και το καταλαμβάνει. Η εφημερίδα μας αισθάνεται ικανοποίηση στο μέτρο που με την αρθρογραφία της ώθησε την ηγεσία του Μεγάρου Μαξίμου να λάβει τη μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψει τις παλινωδίες του παρελθόντος και να πάρει σαφή και συγκεκριμένη θέση απέναντι στο Κυπριακό.
Η αντιπολίτευση δικαιολόγησε ακόμη μια φορά την ανυπαρξία της προσφεύγοντας σε παλαιά ιδιώματα. Κάποιοι γοητεύτηκαν από τις δηλώσεις του Ισπανού πρωθυπουργού Σάντσεθ, ο οποίος απαγόρευσε στους Αμερικανούς να χρησιμοποιήσουν τις αμερικανικές βάσεις στην Ισπανία, ενώ κάποιοι άλλοι έθεσαν αμέσως ζήτημα αμερικανικών βάσεων για την Ελλάδα και ιδιαιτέρως για τη Σούδα. Κανείς τους δεν αναρωτήθηκε σε τι συμπίπτει το ισπανικό εθνικό συμφέρον με το ελληνικό εθνικό συμφέρον. Η απάντηση είναι ότι πουθενά δεν συμπίπτουν.
Οι Ισπανοί έχουν κάνει συμφωνίες με τους Τούρκους και άλλες χώρες του αραβικού κόσμου και τους πουλάνε όπλα. Εχουμε εμείς το ίδιο συμφέρον να ταυτιστούμε μαζί τους; Αν ο Ισπανός σοσιαλιστής πρωθυπουργός αντιμετωπίζει στο εσωτερικό του προβλήματα διαφθοράς και τα σκεπάζει με την εξωτερική του πολιτική, έχουμε εμείς κανένα συμφέρον να ταυτιστούμε μαζί του;
Πέραν αυτών, απ’ όσο θυμόμαστε, όλα τα κόμματα που κυβέρνησαν την πατρίδα μας από τη Μεταπολίτευση και μετά, όχι μόνο η Νέα Δημοκρατία, αλλά και το ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά, ουδέποτε αμφισβήτησαν την παραμονή των αμερικανικών βάσεων και ιδιαίτερα τη χρήση της βάσεως της Σούδας στο έδαφός μας. Το αντίθετο. Με συμφωνίες που υπέγραψαν παρέτειναν τη λειτουργία τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατά τη διακυβέρνησή του, στην οποία μετείχαν και ο κύριος Χαρίτσης και ο κύριος Ηλιόπουλος και διάφοροι άλλοι αγαπητοί νέοι, παρέτεινε τη λειτουργία τους με τις γνωστές μονοετείς τότε συμφωνίες, μέχρι που το 2020 οι συμφωνίες αυτές μετατράπηκαν σε πενταετείς από τον κ. Δένδια.
Το ΠΑΣΟΚ, το οποίο το 1981 στο συμβόλαιο με τον λαό είχε υποσχεθεί ότι θα απομακρύνει τις βάσεις από την Ελλάδα, υπέγραψε έναν χρόνο μετά την περίφημη συμφωνία Καψή – Αρμακοστ, με την οποία ανανεώθηκε ουσιαστικά επ’ αόριστον η παραμονή των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα και τέθηκε μόνο σε αυτήν ένας όρος που αξιοποιήθηκε για εσωτερική πολιτική κατανάλωση. Ο όρος terminable, που σήμαινε ότι η παραμονή των βάσεων δύναται να τερματιστεί στο μέλλον.
Στο Νταβός
Περιττό να σας πoύμε ότι στους καιρούς εκείνους του λαϊκισμού μεταφράστηκε για τους εγχώριους ιθαγενείς σε «τερματίζεται». Τίποτα δεν τερματίστηκε. Η μόνη στιγμή που υπήρξε κρίση ήταν όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου στο επεισόδιο του 1987 στο Αιγαίο ανέστειλε θεατρικά για κάποιες ώρες τη λειτουργία των αμερικανικών βάσεων και έστειλε τον Κάρολο Παπούλια να συζητήσει με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας στη Βουλγαρία. Η λήξη του επεισοδίου οδήγησε στο Νταβός και στον «μη πόλεμο» και οι βάσεις τέθηκαν ξανά σε λειτουργία.
Οταν λοιπόν, με την εξαίρεση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης όλος ο πολιτικός κόσμος έχει συμφωνήσει γραπτώς στη λειτουργία της βάσεως της Σούδας, της Αλεξανδρούπολης και λοιπών, τι ζητά σήμερα η αξιωματική αντιπολίτευση; Με το να θέτει τέτοια ζητήματα ενισχύει την αναξιοπιστία της. Αν υπάρχουν κάποιοι λόγοι που οι Ηνωμένες Πολιτείες στήριξαν την ελληνική οικονομία στα χρόνια της κρίσεως απέναντι στους Γερμανούς, μεταξύ αυτών ήταν και οι βάσεις, αλλά όχι μόνον οι βάσεις.
Και σε κάθε περίπτωση δεν καταλαβαίνει κανείς ότι, όταν αφήνεις την καρέκλα σου κενή στο τραπέζι, κάποιος άλλος θα την καταλάβει; Οτι, αν δηλαδή αύριο αποφασίζαμε την αναστολή λειτουργίας τους, σε κάποιο άλλο κράτος της περιοχής θα μετεγκαθίσταντο; Οσο υπάρχει τέτοια κατώτερη των περιστάσεων αντιπολίτευση, δικαίως ο κύριος Μητσοτάκης ελπίζει στη δική του πολιτική επιβίωση. Αν και έχουμε δρόμο ακόμα μέχρι τις εκλογές. Οχι πολύ, αλλά έχουμε.


