Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν ζητούν προνόμια, αλλά ένα δίκαιο και σταθερό πλαίσιο που θα τους επιτρέψει να λειτουργήσουν
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επιβαρύνει ήδη τις οικονομίες παγκοσμίως, επηρεάζοντας το κόστος ενέργειας, τις μεταφορές, αλλά και τη συνολική σταθερότητα των αγορών. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, οι συνέπειες αυτές είναι ιδιαίτερα αισθητές.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είναι σαφές ότι απαιτούνται άμεσα και ουσιαστικά μέτρα στήριξης. Η Πολιτεία οφείλει να κινηθεί προληπτικά και όχι εκ των υστέρων, διαμορφώνοντας ένα δίχτυ προστασίας για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που δοκιμάζονται. Η ακρίβεια, που ήδη πιέζει τα εισοδήματα, ενδέχεται να ενταθεί, δημιουργώντας νέες κοινωνικές ανισότητες και περιορίζοντας την κατανάλωση, η οποία αποτελεί βασικό μοχλό ανάπτυξης. Οποια μέτρα έχουν ληφθεί έως σήμερα δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα και είμαι σίγουρος ότι πολύ γρήγορα θα απαιτηθούν και άλλα, πιο δραστικά, όπως είναι οι μειώσεις του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και η μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα. Το ζητούμενο είναι να συγκρατηθούν οι τιμές αλλά μέτρα όπως η επιδότηση στο diesel κίνησης δεν αποτρέπουν τις αυξήσεις. Ναι μεν ανακουφίζονται κάπως οι καταναλωτές, όμως εφόσον υπάρξουν νέες αυξήσεις στην τιμή του καυσίμου, αυτές θα ισχύσουν κανονικά.
Σχετικά με την πολλαπλή στήριξη που έχει ανάγκη η κοινωνία, η αύξηση του κατώτατου μισθού αποτελεί μια θετική εξέλιξη. Είναι ένα μέτρο που ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων και συμβάλλει στην κοινωνική συνοχή, ενώ στηρίζει και την κατανάλωση. Ωστόσο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι η αύξηση αυτή δημιουργεί παράλληλα πρόσθετες επιβαρύνσεις για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες, που ήδη λειτουργούν σε ένα περιβάλλον υψηλού κόστους.
Ακριβώς εδώ αναδεικνύεται η ανάγκη για ισορροπημένες πολιτικές. Η στήριξη των εργαζομένων πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχα μέτρα ενίσχυσης των επιχειρήσεων. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις χρειάζονται άμεσα παρεμβάσεις που θα μειώσουν το λειτουργικό τους κόστος. Η ενέργεια, τα ενοίκια, οι ασφαλιστικές εισφορές και η φορολογία συνθέτουν ένα βάρος που συχνά καθιστά δύσκολη την επιβίωσή τους.
Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην κατάργηση φόρων που επιβλήθηκαν σε περιόδους δημοσιονομικής κρίσης και πλέον λειτουργούν ανασταλτικά για την ανάπτυξη. Ο φόρος επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός οριζόντιου μέτρου που δεν λαμβάνει υπόψη τη βιωσιμότητα ή το μέγεθος της επιχείρησης. Αντίστοιχα, η προκαταβολή φόρου δημιουργεί σημαντικά προβλήματα ρευστότητας, δεσμεύοντας κεφάλαια που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για επενδύσεις ή για την κάλυψη τρεχουσών αναγκών.
Η συγκυρία απαιτεί γενναίες αποφάσεις. Δεν αρκούν αποσπασματικές παρεμβάσεις ή προσωρινές λύσεις. Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που θα ενισχύει την ανθεκτικότητα της οικονομίας και θα δημιουργεί συνθήκες βιώσιμης ανάπτυξης. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν ζητούν προνόμια, αλλά ένα δίκαιο και σταθερό πλαίσιο που θα τους επιτρέψει να λειτουργήσουν, να επενδύσουν και να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας.
Οφείλουν όλοι να αντιληφθούν ότι η στήριξη της επιχειρηματικότητας είναι στήριξη της ίδιας της κοινωνίας. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν σήμερα θα καθορίσουν την ανθεκτικότητα και την προοπτική της χώρας για τα επόμενα χρόνια.


