Οταν το ημερολόγιο του τοίχου έγραφε «1η Φεβρουαρίου», όλοι γνωρίζαμε ότι άρχιζε ο μηνάς που έφερνε το κέφι και τα τραγούδια. Ηταν ο μήνας κατά τον οποίον άνοιγε το Τριώδιο. Οπως δεν λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή, έτσι δεν λείπει και ο Φεβρουάριος από την περίοδο των Αποκριών.
Στα παιδικά μας χρόνια δεν είχαμε ούτε το εν εκατοστό των αγαθών τα οποία απολαμβάνουμε οι σημερινοί Ελληνες. Δεν είχαμε τηλεόραση, δεν είχαμε πληροφορική, δεν είχαμε τάμπλετ, δεν είχαμε κινητά, δεν υπήρχαν facebook, Instagram και TikTok. Δεν μπορούσες να δεις τον πρωθυπουργό της χώρας, μα σου μιλά μέσα από το τηλέφωνό σου. Τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Γεώργιο Παπανδρέου τούς βλέπαμε είτε στις εφημερίδες είτε στα «Επίκαιρα». Τον βασιλέα Παύλο και τη βασίλισσσα Φρειδερίκη τους βλέπαμε επίσης στον Τύπο, αλλά και κάποιες φορές όταν επισκέπτονταν την πόλη μας προκειμένου να απονείμουν «Βιβλιάρια άπορων κορασίδων».
Τι μας ένοιαζε, όμως, αν θα είχαμε επαφή με όλα αυτά; Εμείς είχαμε ο ένας τον άλλον, είχαμε τη γειτονιά μας, τους συγγενείς μας, τους φίλους, το σχολείο, τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριες, τους δασκάλους και τους καθηγητές μας. Υπήρχαν, τότε, όλα αυτά που σήμερα σχεδόν έχουν εκλείψει. Η οικογένεια, η μικρή κοινωνία, η σχολική κοινότητα, οι γονείς και κηδεμόνες, που μπορεί να μην είχαν «συλλόγους» αλλά είχαν συχνή επαφή, καθώς στα σχολεία είχαμε πολλές ευκαιρίες συναντήσεων των γονέων. Οι εκδηλώσεις για την 28η Οκτωβρίου, για την 25η Μαρτίου, για το κλείσιμο των σχολείων για τα Χριστούγεννα, για την κοπή της βασιλόπιτας, για τους χορούς των Αποκριών γίνονταν πάντα με τη συμμετοχή των γονέων, οι οποίοι γνωρίζονταν μεταξύ τους.
Ετσι, με το που άρχιζε ο Κουτσοφλέβαρος, αρχίζαμε τις προετοιμασίες για τον ετήσιο σχολικό χορό. Και, φυσικά, το θέμα ήταν τι θα ντυθούμε; Βεβαίως, υπήρχε η κλασική φορεσιά για το «τσολιαδάκι» και την «Αμαλία», που τη φορούσαμε στις εθνικές εορτές, αλλά τις Απόκριες έπρεπε να ντυθείς κάτι άλλο. Αρκούσε ένα πλατύγυρο καπέλο, ένα καρό πουκαμισάκι, μια πλαστική θήκη με ένα ψεύτικο πιστολάκι, ένα μαντίλι δεμένο στον λαιμό κι ένα μουστάκι, που το έφτιαχνες με φελλό καμένο ακροθιγώς ελαφρά στο καμινέτο για τον καφέ, και ήσουν καουμπόης.
Επίσης, με ένα άσπρο πουκάμισο, ένα κόκκινο ζωνάρι κι ένα μουστάκι ήσουν κουτσαβάκης. Αρκούσαν αυτά και στο πάρτι, αγόρια και κορίτσια, χορεύαμε τη «Γερακίνα», την «Παρασκευούλα», το «Λεμονάκι μυρωδάτο». Πιστέψτε με, οι νεότεροι περνούσαμε πολύ καλά. Χωρίς ποτά, χωρίς φαγητά, χωρίς όλα ετούτα που απολαμβάνετε σήμερα. Με ένα δανεικό πικάπ και κάτι δισκάκια και… αυτό ήταν. Αλλά είχαμε ο ένας τον άλλον, είχαμε επαφή μεταξύ μας. Είχαμε, δηλαδή, όλα εκείνα που τόσο μας λείπουν σήμερα!
Η ΑΚΙΣ


