Το φανάρι είναι κόκκινο και είμαι ο πρώτος στη σειρά. Δεν προλαβαίνει να ανάψει το πράσινο και ακούω το κλάξον του πίσω αυτοκινήτου! Η κυρία μάλλον βιάζεται. Ποιος είπε ότι το εθνικό μας όργανο είναι το κλαρίνο; Το κλάξον του αυτοκινήτου είναι! Σε χρόνο μηδέν από τη στιγμή που θα ανάψει πράσινο, αν δεν έχεις ήδη εξαφανιστεί σαν μονοθέσιο της Formula 1, πίσω σου θα ακουστεί η κόρνα. Είναι ένας τρόπος έκφρασης, είναι η δήλωση του «εδώ είμαι κι εγώ!»…
Τα φανάρια στην Ελλάδα δεν είναι απλώς ρυθμιστές κυκλοφορίας. Είναι πεδίο δοκιμασίας χαρακτήρων, είναι ψυχογράφημα. Δύο άγνωστοι, δύο αυτοκίνητα, μία στραβοτιμονιά κι αρχίζει να γράφεται το σενάριο. Κατεβασμένα παράθυρα, ύβρεις, απειλές, «κάτσε μην κατέβω κάτω», «και τι θα μου κάνεις», κι από πίσω να κορνάρουν όλοι εν χορώ, και «έχεις χάρη που κορνάρουν, αλλιώς…». Μονομαχίες ρητορικές, απειλές και παλικαριές που κρατούν ελάχιστα, αλλά είναι αρκετές για να σου ανεβάσουν την πίεση ή να σου χαλάσουν τη διάθεση για όλη την ημέρα…
Στους ελληνικούς δρόμους η λωρίδα αποτελεί ιδιοκτησία, κάτι σαν οικογενειακή κληρονομιά. Αν τολμήσεις να μπεις μισό μέτρο μπροστά, έχεις διαπράξει θανάσιμο αμάρτημα και σου έρχεται αμέσως ένα κορνάρισμα διαρκείας, συνοδευόμενο από διάφορα κοσμητικά. Κάποιες φορές απαντάς, κάποιες φορές σωπαίνεις. Αλλά δεν είναι όλοι έτσι. Κάποιοι θα σταματήσουν, θα κατέβουν από το αυτοκίνητο ή θα ξεπεζέψουν το μηχανάκι και θα σηκώσουν χέρι, θα σηκώσουν τον κόσμο στο πόδι από τις φωνές.
Είναι και οι στιγμές που ο φιλήσυχος οικογενειάρχης μεταμορφώνεται σε μαχητή του δρόμου, έτοιμος να υπερασπιστεί το δίκιο του για μια αλλαγή λωρίδας. Μια στραβοτιμονιά δεν είναι λάθος, είναι πρόκληση. Και η πρόκληση απαιτεί απάντηση. Με χειρονομίες υψηλής αισθητικής, με λεξιλόγιο εμπλουτισμένο από γενιές και γενιές δημιουργικής βωμολοχίας.
Μπορεί να είναι το σωρευμένο άγχος, μπορεί να είναι ένας καβγάς που προηγήθηκε στο σπίτι, μπορεί να είναι κάτι από όλα αυτά, αλλά υπάρχει και κάτι βαθύτερο. Στον δρόμο ο Ελληνας δεν οδηγεί απλώς. Διεκδικεί, αποδεικνύει, εκτονώνεται. Το αυτοκίνητο γίνεται άρμα μάχης και ο οδηγός κυβερνήτης τορπιλακάτου! Και, φυσικά, έρχεται η έκρηξη!
Κι όμως, το πιο παράδοξο είναι πως οι ίδιοι άνθρωποι που πριν από δύο λεπτά ήταν έτοιμοι να λύσουν τις διαφορές τους με… πολεμικές τέχνες, στο επόμενο φανάρι μπορεί να συζητούν για την κίνηση, τον καιρό ή την ακρίβεια. Γιατί, όπως όλα στη χώρα αυτή, έτσι κι ο θυμός είναι στιγμιαίος, εκρηκτικός, αλλά σπάνια μνησίκακος. Μια μικρή τραγωδία σε τρεις πράξεις – χωρίς χορό, αλλά με πολύ κλάξον και βρισίδι. Μέχρι να ξανανάψει το φανάρι…
Από τη στήλη «Ακίς» της «Δημοκρατίας»


