Ο διάλογος αποδεικνύεται εργαλείο διαχείρισης και όχι αλλαγής. Δεν παράγει λύσεις, αναπαράγει απλώς τα αδιέξοδα μιας επαναλαμβανόμενης στασιμότητας
• Από τη Δευτέρα η στήλη είχε, κάπως προφητικά, επισημάνει τους κινδύνους και τις παγίδες του περίφημου «διαλόγου» με τους αγρότες στο Μέγαρο Μαξίμου. Οσα μεσολάβησαν έως τη χθεσινή ημέρα ήρθαν, δυστυχώς, να επιβεβαιώσουν -αν μη τι άλλο- την περιπλοκότητα της κατάστασης.
- Του Ανδρέα Καψαμπέλη
• Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο διάλογος -που κανονικά αποτελεί βασικό πυλώνα της δημοκρατικής λειτουργίας- αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως εργαλείο πολιτικής και επικοινωνιακής διαχείρισης. Ιδίως σε μια περίοδο κοινωνικής και πολιτικής πίεσης, η επίκλησή του λειτουργεί περισσότερο ως μέσο αποσυμπίεσης παρά ως ειλικρινή αναζήτηση λύσεων.
• Ηταν σαφές εξαρχής, επομένως, ότι δεν θα επρόκειτο για μια απλή επαφή καλών προθέσεων, αλλά για συνάντηση υψηλού ρίσκου, γεμάτη παγίδες και διλήμματα. Και ότι το διακύβευμα δεν θα περιοριζόταν στα αιτήματα των αγροτών, αλλά θα άγγιζε τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση διαχειρίζεται κοινωνικές συγκρούσεις που δεν μπορεί πλέον να αγνοήσει.
• Κατά το τελευταίο 48ωρο επιβεβαιώθηκε ξεκάθαρα ότι ο λεγόμενος διάλογος δεν σχεδιάστηκε από το Μαξίμου για να δώσει ουσιαστικές και μακροπρόθεσμες λύσεις στο πρόβλημα του πρωτογενούς τομέα, αλλά για να φιλοτεχνήσει εντυπώσεις και να ανοίξει δημόσια ρήγματα στους κόλπους των αγροτών. Και ο κ. Μητσοτάκης έκανε ό,τι μπορούσε για να μετακυλίσει τις ευθύνες της «αδιαλλαξίας» στην αντίπερα όχθη, πιστεύοντας ότι αυτό θα τον βοηθήσει στο εκλογικό του ακροατήριο, το οποίο διαρκώς συρρικνώνεται.
• Από την πλευρά τους, βεβαίως, και οι ηγεσίες των αγροτών -«μπαρουτοκαπνισμένες» σε μεγάλο βαθμό- διέθεταν την εμπειρία για να αντιληφθούν τις παγίδες που θα έστηνε η κυβέρνηση, προκειμένου να παίξει το δικό της παιχνίδι. Αλλωστε, και μόνο το γεγονός ότι το ραντεβού «κλείστηκε» αφού είχε προηγηθεί η έγκριση της συμφωνίας Mercosur -μία από τις κόκκινες γραμμές τους-, λέει πολλά. Το ίδιο και η άρον άρον ψήφιση της μεταφοράς του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι: μπορούσαν να αποφύγουν αυτές τις παγίδες και πώς; Ή μήπως, εκτιμώντας ότι τα μπλόκα δεν θα άντεχαν για πολύ ακόμη, επέλεξαν κι αυτοί να «στρίψουν» διά του διαλόγου, έχοντας ήδη αποκομίσει ό,τι ήταν δυνατόν; Από την άλλη, είναι εφικτή μια συνέχιση -και κλιμάκωση- των κινητοποιήσεων;
• Οπως και να ’χει, τα βαθύτερα αίτια αυτής της σύγκρουσης δεν αντιμετωπίζονται. Απλώς παρακάμπτονται με «υποσχέσεις» για «βελτιώσεις» -επί το απλούστερον, μερεμέτια-, που παραπέμπουν σε ένα άδηλο μέλλον. Ετσι, ακόμη και ύστερα από τρεισήμισι ώρες στο Μαξίμου, τα ουσιαστικά αδιέξοδα δεν μένουν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, αλλά διαχέονται στο κοινωνικό γίγνεσθαι, ενισχύοντας τη δυσπιστία, την κόπωση και την αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά.
• Και καθώς από χθες το βράδυ καταμετρώνται «νίκες» και «ήττες» μόνο σε επικοινωνιακό επίπεδο -και μάλιστα για τα δευτερεύοντα της αγροτικής κρίσης- ο διάλογος αποδεικνύεται εργαλείο διαχείρισης και όχι αλλαγής. Δεν παράγει λύσεις, αναπαράγει απλώς τα αδιέξοδα μιας επαναλαμβανόμενης στασιμότητας.
Από τη στήλη «Ο κοριός» της «δημοκρατίας»

