Επτά χρόνια είναι αρκετός χρόνος για να καταλάβει μια κυβέρνηση τι πονάει την κοινωνία. Εκτός, φαίνεται, αν χρειάζεται πρώτα να αρχίσει να ακούγεται από μακριά ο θόρυβος της κάλπης. Κάπως έτσι εξηγείται η ξαφνική υπερκινητικότητα. Εκεί όπου επί χρόνια οι οφειλέτες άκουγαν για «κουλτούρα πληρωμών», οι δανειολήπτες πάλευαν με τους servicers και η ακρίβεια αντιμετωπιζόταν με διαδοχικές διαβεβαιώσεις ότι τα χειρότερα πέρασαν, τώρα το Μέγαρο Μαξίμου ανακαλύπτει τη μεγάλη κοινωνική ευαισθησία.
- Από τον Ανδρέα Καψαμπέλη
Οι 72 δόσεις γίνονται έως 120. Οι servicers, αν παραβιάσουν συμφωνημένη ρύθμιση συνεπούς οφειλέτη, απειλούνται με ακύρωση της πράξης και πρόστιμο έως 500.000 ευρώ. Ερχεται μεγαλύτερη επιδότηση στο diesel και προαναγγέλλεται παρέμβαση για το πετρέλαιο θέρμανσης. Kαλοδεχούμενα, ασφαλώς, όσα πραγματικά ανακουφίζουν τους πολίτες. Το ερώτημα δεν είναι γιατί γίνονται. Το ερώτημα είναι γιατί γίνονται τώρα.
Τι άλλαξε ξαφνικά; Ανακαλύφθηκε τον Σεπτέμβριο του 2026 ότι τα χρέη πνίγουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις; Οτι ένας πολίτης που τηρεί τη ρύθμισή του δεν πρέπει να κινδυνεύει από αυθαίρετη ενέργεια ενός servicer; Οτι η τιμή των καυσίμων στραγγαλίζει το οικογενειακό εισόδημα; Ή μήπως άλλαξε κάτι πολύ απλούστερο: μπήκαμε πια στην αντίστροφη μέτρηση προς τις εκλογές του 2027…
Mια κυβέρνηση που βρίσκεται στον όγδοο χρόνο της δεν μπορεί εύκολα να παρουσιάζει κάθε παρέμβαση σαν να ανακάλυψε χθες το πρόβλημα το οποίο, μάλιστα, δημιούργησε η ίδια. Εχει πίσω της αρκετό χρόνο ώστε ο πολίτης να συγκρίνει όχι μόνο τι του υπόσχονται σήμερα, αλλά και τι συνέβαινε όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Ειδικά με τους servicers η ειρωνεία περισσεύει. Τώρα η κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να τους βάλει «φρένο». Μα, αν χρειάζονται σήμερα αυστηρότεροι κανόνες για να προστατεύεται ο συνεπής δανειολήπτης, προκύπτει αυτονόητα η ερώτηση: γιατί αυτή η προστασία δεν είχε θεσπιστεί νωρίτερα;
Το ίδιο ισχύει και για τις 120 δόσεις. Τις παρουσιάζει ως «ανάσα» για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ενώ η προηγούμενη ρύθμιση των 72 δόσεων είχε περιορισμένη ανταπόκριση και ότι η αγορά ζητούσε πιο ευέλικτο σχήμα. Αρα το πρόβλημα ήταν γνωστό. Αυτό που άλλαξε είναι το πολιτικό ημερολόγιο.
Κάθε κυβέρνηση δικαιούται -και οφείλει- να διορθώνει πολιτικές όταν διαπιστώνει ότι δεν λειτουργούν. Και μέτρα που βοηθούν (και όταν βοηθούν) είναι πάντα χρήσιμα. Αλλά οι πολίτες δικαιούνται να εξετάζουν και το timing. Αλλο πράγμα η κοινωνική πολιτική και άλλο η προεκλογική ανακάλυψη της κοινωνίας.
Οσο πλησιάζουν οι κάλπες, θα βλέπουμε όλο και περισσότερες παρεμβάσεις, διορθώσεις και «ανάσες». Μένει να φανεί αν πρόκειται για ουσιαστικές αλλαγές πολιτικής ή για μέτρα που άργησαν πολύ να εμφανιστούν. Το βέβαιο είναι ότι ο Κ. Μητσοτάκης αρχίζει τώρα να τάζει και να διορθώνει πράγματα που δεν έκανε επί επτά χρόνια. Και στην πολιτική, όταν ξαφνικά περισσεύουν οι λύσεις, αξίζει πάντα να κοιτάζει κανείς πόσο απέχουν οι κάλπες.
Από τη στήλη «Ο κοριός» της «Δημοκρατίας»
