Ο ΠΑΟΚ δεν είναι μόδα. Είναι η πιο ακμαία ιαχή σ’ αυτό το κουρασμένο κράτος. Είναι η πιο βαριά βιομηχανία αισθημάτων!
➜ Την περασμένη Τρίτη το απόγευμα όσοι δαίμονες είχανε βάρδια στην Τούμπα χορεύαν στην ασπρόμαυρη ψυχή μας. Σαν η μοίρα να μας είχε ρίξει πάλι το γάντι και μας έγνεφε αυτός ο γνώριμος ίλιγγος του ύψους…
- Του Γιώργου Χατζηδημητρίου
➜ Μόλις έπεσα άθελά μου πάνω στα φριχτά πλάνα -μεγάλη αλητεία η επανάληψή τους…- πήρα πρώτα τον γιο μου που ξέρω τον τρόπο του στις στεναχώριες. «Τα είδα πατέρα» με προλαβαίνει. «Βγήκα απ’ το γραφείο να πάρω αέρα…»
➜ Μου ’ρθε φλας ξαφνικά το πρώτο κοινό μας ταξίδι, πριν από 15 χρόνια στη Σαλονίκη, όταν φτάσαμε μεσημεράκι με το τρένο για παιχνίδι με τον Ολυμπιακό. Στεκόμασταν μαγεμένοι στη λιακάδα του Θερμαϊκού κι ο Ολυμπος αγέρωχος πάντα στο βάθος, κι έχοντας διασχίσει επίτηδες με τα πόδια από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό, το έρημο Βαρδάρι και την αγορά Μοδιάνο τον ακούω την ώρα που περνάγαμε έξω από το Λουτρό να λέει με τη δική του σοφία «μπαμπά, όσοι ζούνε εδώ μπορεί και να είναι συνηθισμένοι, αλλά για μας που είμαστε από αλλού η Θεσσαλονίκη είναι όμορφη πόλη!». Ο γιόκας μου, σκεφτόμουν, έχει τον τρόπο του…
➜ Βολτάραμε στα πέριξ αδιαμαρτύρητα, ανεβήκαμε στον Λευκό Πύργο να γεμίσουν τα μάτια του, και σταθήκαμε ύστερα σε έναν παλιό γνωστό στη λεωφόρο Νίκης να φάει αυτός το ταπεράκι με τα γεμιστά της μάνας του, η τελευταία της αρμοδιότητα, κι εγώ, κλασικά, σουτζουκάκια και ρετσίνα.
➜ Κι εκεί γύρω στις πέντε πήραμε το «14» για Τούμπα…
➜ Οποιος δεν είναι ΠΑΟΚ δεν καταλαβαίνει… Η Τούμπα ήταν -και παραμένει- ασυνήθιστο σκηνικό που το διατρέχει μια υπόκωφη ένταση που όσο πάει γίνεται ρεύμα διεγερτικό! Ο ΠΑΟΚ δεν είναι μόδα. Είναι η πιο ακμαία ιαχή σ’ αυτό το κουρασμένο κράτος. Σαν να άνοιξε ξαφνικά μια αυλαία και μπήκαμε απροσδόκητα στο προσκήνιο, σ’ έναν τόπο οικείο και μαγικό, γεμάτο αποδοχή κι αβερτοσύνη. Τα (ξανα)έβλεπα μέσα από τα έκθαμβα μάτια του όταν άναψαν τα καπνογόνα…
➜ Καμία επιτήδευση, καμία ανάγκη για επινοήσεις και συγκατάβαση. Πανηγύρι! Ο ΠΑΟΚ, το πιστεύω αυτό, είναι η πιο βαριά βιομηχανία αισθημάτων! Και η προσευχή που κάνουμε πάνω από την άβυσσο… Πρίγκιπες και νεράιδες, ντυμένοι στα μαύρα στις ταβέρνες, στα γυράδικα και στις καφετέριες, γουστάρανε περιμένοντας την ώρα έναρξης του παιχνιδιού. Αλλά το παιχνίδι ήταν μόνο η πρόφαση.
➜ Η ένδοξη ΕΛ.ΑΣ., βεβαίως, υπακούοντας σε ακατανόητες εντολές, φρόντισε να πνίξει την Τούμπα στα δακρυγόνα, θυμίζοντας τον τρόπο που κινούνται οι Αγγλοι στρατιώτες στο Μπέλφαστ. Ρίχναν αδιακρίτως στα ψαχνό, σαν να θέλαν να δείξουν σε μας τους Βόρειους «ποιος είναι το κράτος». Να μην μπορείς να σταθείς πουθενά. «Μα πού το ‘φερες κι εσύ, μωρέ αχαρακτήριστε, το παιδί σε παιχνίδι με τους “γαύρους”» με κατσάδιασε μια αγαπημένη συνάδελφος του αθλητικού ρεπορτάζ, βγάζοντας από τη τσάντα τα σύνεργα -ειδικά κραγιόνια- για τα μάτια του Ηλιάκου.
➜ Δευτέρα ξημερώματα, φτάνουμε με τον «μουντζούρη» Αθήνα. Τον βοηθάω να βάλει παπούτσια και μπουφάν και, αφού πιάνει επαφή με την πραγματικότητα, μου λέει εκεί γύρω στις εφτά παρά τέταρτο το πρωί στον Σταθμό Λαρίσης «ρε μπαμπά, τι ωραία περάσαμε στη Σαλονίκη!».
➜ Εννιά χρονών παιδί και μπήκε στο νόημα…
➜ Αφιερωμένο στα αετόπουλα που χάθηκαν στον δρόμο. Στον πιο ταξιδιάρη λαό που πληρώνει ακριβά την αγάπη του για την Ομάδα. Και στους οπαδούς όλων των Ομάδων που δείξανε με τη συγκινητική αλληλεγγύη τους πως ό,τι έχουμε είμαστε εμείς και πως όλα τα παιδιά των «τσιμέντων», όπως λέει ο γιος μου, τα βράδια πρέπει να γυρίζουνε σπίτι.
Από τη στήλη «Σχοινί κορδόνι» της «δημοκρατίας»

