➜ Στον μεγάλο σεισμό της Πάρνηθας το 1999 βρέθηκα από τους πρώτους για λογαριασμό της εφημερίδα «Το Ποντίκι», όπου έμαθα όσα ξέρω, στις περιοχές όπου ξεθύμαναν τα Ρίχτερ και διαπίστωσα έκπληκτος το μέγεθος της καταστροφής.
- Του Γιώργου Χατζηδημητρίου
➜ Μέχρι τότε οι τηλεοράσεις περιόριζαν το θέ(α)μα σε ζημιές στο κέντρο της πόλης και δύο απώλειες: έναν ηλικιωμένο χαμηλά στη Συγγρού, που τον καταπλάκωσε ο τοίχος την ώρα που κοιμόταν (ο σεισμός ξέσπασε γύρω στις 3 το μεσημέρι), κι ένα τραγικά άτυχο παλικάρι του βιβλιοπωλείου Πολιτεία, που πήγαινε στην οδό Σόλωνος μια παραγγελία με τη μηχανή του όταν ένα ακροκέραμο που ξεκόλλησε από παρακείμενο νεοκλασικό το άφησε στον τόπο…
➜ Οι εικόνες, γροθιά στο στομάχι. Σαν να ήταν το τέλος του χρόνου. Και παντού η ίδια απόκοσμη σιγή του θανάτου και καρδιές ραγισμένες. Στη Φαράν άκουσα τα συγκλονιστικά λόγια ενός πατέρα που έπιασε παράμερα τον πρώην πρόεδρο της Βουλής Απόστολο Κακλαμάνη και του είπε με σκουριασμένη φωνή που ερχόταν από αρχαία, καταγωγική αξιοπρέπεια και ήθος: «Εγώ δεν θέλω τίποτε. Περιμένω να μου παραδώσουν τον γιο μου να τον κηδέψω. Σας παρακαλώ όμως, δώστε λίγο νερό σε τούτα τα παιδιά της Πυροσβεστικής που δουλεύουνε άυπνα από χθες»…
➜ Τα ίδια και στου Φουρλή, λίγο πιο πέρα. Ενα νέο παιδί, λυγισμένο στο χώμα, κράταγε το λεπτοκαμωμένο χέρι μιας γυναίκας που προεξείχε από τα συντρίμμια και θρηνούσε βουβά απαρηγόρητος. Την αναγνώρισε από τη βέρα και σχεδίαζαν, όπως έλεγαν θλιμμένοι άλλοι εργάτες -και αυτά δεν είναι μελό-, να παντρευτούν εκείνες τις μέρες…
➜ Το στομάχι σφίχτηκε πάλι στα ερείπια της Ρικομέξ όπου βρήκαν τον θάνατο 39 εργαζόμενοι. Σαν ένα θεόρατο χέρι να είχε κόψει με ξυράφι το κλιμακοστάσιο του κτιρίου, απ’ όπου έτρεχε να γλιτώσει ο κόσμος την ώρα του πανικού, κι είχαν μείνει μονάχα τα αποτυπώματα στην πλευρά ενός ψηλού ετοιμόρροπου τοίχου, του μοναδικού που ακόμα έχασκε όρθιος προκαλώντας δέος. Και η γη να τρέμει σκορπώντας απειλή και φόβο…
➜ Με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο ο ήρωας αρχηγός της Πυροσβεστικής Παναγιώτης Φούρλας, αυτός ο υπέροχος άνθρωπος του καθήκοντος, που με την αξία και το φιλότιμό του κέρδισε τις καρδιές όλων των Ελλήνων, σαν στρατηγός στο κέντρο μιας άνισης μάχης, πρόσταζε βλοσυρά το συγκεντρωμένο πλήθος: «Ησυχία!» Γονάτιζε ύστερα και, φέρνοντας το αυτί στα τσαλακωμένα σαν τσιγαρόχαρτα τσιμέντα, έβαζε τα δυνατά του, με τις φλέβες του λαιμού έτοιμες να σπάσουν, μέχρι να ακούσει κάποιο παρήγορο σημάδι ότι από κάτω η ζωή δεν τα παρατούσε. «Πάμε!» παράγγελνε με βιασύνη μετά, όταν βεβαιωνόταν, και τα συνεργεία ξαναπιάναν δουλειά δίνοντας φτερά στην ελπίδα.
➜ Γιατί θυμάμαι ξαφνικά αυτές τις σκληρές εικόνες που σφραγίστηκαν για πάντα στη μνήμη; Γιατί στενοχωρήθηκα από τη στάση 256 εργαζομένων στην μπισκοτοβιομηχανία Βιολάντα στα Τρίκαλα. Προτού κλείσουν «τα σαράντα» οι πέντε εργάτριες συναδέλφισσές τους που έχασαν τη ζωή τους στη φοβερή έκρηξη, πήγαν χθες στα δικαστήρια να συμπαρασταθούν στον εργοδότη τους, «τον κύριο Κώστα», ο οποίος κατηγορείται για εγκληματικές παραλείψεις στα θέματα ασφάλειας.
➜ Στις 26 Ιουνίου του 2001 στο πλευρό των ιδιοκτητών της Ρικομέξ που αποδείχθηκε μνημείο αυθαιρεσίας εργαζόμενοι της εταιρίας, μας θυμίζει η «Μηχανή του Χρόνου», αποδοκίμασαν έντονα τον συνάδελφό τους Μιχάλη Κενδριστάκη, ο οποίος είχε καταθέσει ασφαλιστικά μέτρα για τον θάνατο της συζύγου του. Η αίτησή του απορρίφθηκε και λίγο αργότερα οι ιδιοκτήτες μετέφεραν την προσωπική τους περιουσία σε κυπριακές εταιρίες κι έζησαν αυτοί καλά και οι εργαζόμενοι όπως διάλεξαν…
Από τη στήλη «Σχοινί κορδόνι» της «δημοκρατίας»


