Τα γαλλικά είναι η γλώσσα της διπλωματίας. Αυτή χρησιμοποίησε και ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς μετά το τέλος της συνάντησης που είχε με τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας Φρανσουά Ολάντ το Σάββατο στο Παρίσι.
Το ίδιο έπραξε και ο Γάλλος πρόεδρος, ντύνοντας την ταύτισή του με τη… γραμμή Μέρκελ με κομψές γαλλικές εκφράσεις και με περισσή αβρότητα. Ο κ. Ολάντ έφτασε στο σημείο να κατέβει τα σκαλοπάτια του Προεδρικού Μεγάρου για να υποδεχτεί θερμά τον κ. Σαμαρά.
Οι δηλώσεις όμως που έκανε αμέσως μετά τη συνάντηση επιβεβαίωσαν τους φόβους που υπήρχαν για τον νέο γαλλογερμανικό άξονα, μόνο που στη θέση του κ. Σαρκοζί ο νέος εταίρος ήταν ο κ. Ολάντ. Ο Γάλλος πρόεδρος στις δηλώσεις του μπορεί να έκανε την παρήγορη τοποθέτηση ότι για εκείνον δεν τίθεται θέμα της θέσης της Ελλάδας στην ευρωζώνη λέγοντας «ότι η Ελλάδα είναι και θα παραμείνει στην ευρωζώνη» και ότι οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να γίνουν με τέτοιο τρόπο που να μπορεί να τις αντέξει ο ελληνικός λαός. Αυτά όμως ήταν το κερασάκι των δηλώσεών του. Η αλήθεια είναι ότι ο κ. Ολάντ είπε ό,τι και η Ανγκελα Μέρκελ στον Αντώνη Σαμαρά: ότι δηλαδή και εκείνος, όπως και η Γερμανίδα καγκελάριος, θα περιμένει την έκθεση της τρόικας, που θα πρέπει να επιβεβαιώνει ότι «τηρούνται οι δεσμεύσεις, όχι μόνο οικονομικές αλλά και οι διαρθρωτικές αλλαγές» προσθέτοντας ότι μόνο τότε «η Ευρώπη θα πρέπει να κάνει αυτό που έχει να κάνει. Δεσμεύσεις, αλλά κυρίως αποφάσεις. Οι αποφάσεις θα πρέπει να ληφθούν».
Από την πλευρά του ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς στην αρχή μίλησε γαλλικά και στη συνέχεια τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι, παρότι κάποιοι ποντάρουν στο ότι η Ελλάδα δεν θα τα καταφέρει, η Ελλάδα θα τα καταφέρει και θα παραμείνει μέσα στην ευρωζώνη, για να ξαναπαίξει τον ρόλο που της πρέπει στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ο πρωθυπουργός επισήμανε ότι χρειάζεται ανάκαμψη και ανάπτυξη για να πετύχει η Ελλάδα τους στόχους της και ότι «Ευρώπη, μεταξύ άλλων, σημαίνει δημοκρατία και αξιοπρέπεια. Οι κοινωνίες που δοκιμάζονται έχουν ανάγκη να κρατήσουν ζωντανή την ελπίδα, όρθια τη δημοκρατία και ακέραιη την αξιοπρέπειά τους, ώστε να συγκρατήσουν ενωμένη τη χώρα τους και να υπάρχει κοινωνική συνοχή».

