Ελπίδα ότι ο καρκίνος θα πάψει να είναι θανατηφόρος και ότι θα μετατραπεί σε μια χρόνια ασθένεια που μπορεί να αντιμετωπιστεί δίνουν οι νέες θεραπείες που αναπτύσσουν αυτόν τον καιρό επιστήμονες στη Βρετανία.
Ερευνητές του Ινστιτούτου Ερευνας για τον Καρκίνο σχεδιάζουν θεραπείες που θα βασίζονται στο DNA κάθε ασθενούς, ώστε ο οργανισμός να ανταποκρίνεται θετικά, να υφίσταται τις ελάχιστες δυνατές παρενέργειες και να αυξάνεται έτσι το προσδόκιμο ζωής. Παράλληλα θα είναι σε θέση να παρακολουθούν καλύτερα τις αλλαγές που πραγματοποιούνται στους όγκους με το πέρασμα του χρόνου, άρα και το πότε τα φάρμακα παύουν να έχουν την επιθυμητή αποτελεσματικότητα.
Σύμφωνα με βρετανικά δημοσιεύματα, το Ινστιτούτο Ερευνας για τον Καρκίνο ανακοίνωσε ότι ετοιμάζει μία νέα μονάδα ειδικά για τον καθορισμό του προφίλ των όγκων (Tumour Profiling Unit), από το οποίο θα προκύπτει και αν τα διαθέσιμα φάρμακα είναι κατάλληλα για κάθε περίπτωση. «Τίποτα από αυτά δεν αποτελεί επιστημονική φαντασία» τόνισε στα βρετανικά μέσα ο επικεφαλής του πρότζεκτ, καθηγητής Αλαν Ασγουορθ. «Η φιλοδοξία μας είναι να θεραπεύσουμε τον καρκίνο, όμως σε ασθενείς που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο θα είναι σημαντικό να τους παρέχουμε μια καλύτερη θεραπεία, ώστε να ζουν περισσότερα και καλύτερα χρόνια».
Στη νέα μονάδα στο Λονδίνο η ομάδα του καθηγητή Ασγουορθ θα μελετά τους όγκους καθώς εξελίσσονται, μεταλλάσσονται και αναπτύσσουν αντίσταση στα φάρμακα. «Ουσιαστικά, ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσουμε σήμερα φάρμακα για τον καρκίνο αποτυγχάνει σε μεγάλο ποσοστό. Και φυσικά η ιδέα ανάπτυξης σχημάτων χημειοθεραπείας με τον παλιό τρόπο απορρίπτεται».
Σύμφωνα με τον καθηγητή Ασγουορθ, οι εξατομικευμένες θεραπείες θα αρχίσουν να εφαρμόζονται σε διάστημα πέντε με δέκα ετών από σήμερα και μάλιστα θα αποτελούν θεραπείες ρουτίνας σε ασθενείς με οποιονδήποτε τύπο καρκίνου. «Συχνά ο καρκίνος εμφανίζεται σε άτομα ηλικιωμένα. Αν καταφέρουμε να τα κρατήσουμε στη ζωή αρκετά, ώστε ο θάνατος να προέλθει από μια άλλη αιτία, θα έχουμε μετατρέψει τον καρκίνο σε μια χρόνια ασθένεια» πρόσθεσε.
Αλεξάνδρα Χυδηριώτη

