Δεξί χέρι του (υπόδικου) Γιάννου Παπαντωνίου και μάλιστα κατά την περίοδο 2003-2004 διετέλεσε ο συνταγματολόγος Γιώργος Σωτηρέλης, ο οποίος τώρα μεθοδεύει τον αποκλεισμό των στελεχών της Χρυσής Αυγής -ως μελών «εγκληματικής οργάνωσης»- από τις επερχόμενες εκλογές. Την αποκάλυψη αυτή έκανε χθες η «κυριακάτικη δημοκρατία», ενώ από την περαιτέρω έρευνα προέκυψε επίσης ότι ο κ. Σωτηρέλης (που κατά τα λοιπά κόπτεται για τα… δημοκρατικά δικαιώματα) δεν επιστρατεύει μόνο αντιεπιστημονικά επιχειρήματα αλλά επικαλείται και διατάξεις που (τουλάχιστον με βάση τα δικά του λεγόμενα) είναι ανύπαρκτες.
Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών σήμερα, ο κ. Σωτηρέλης συνέδεσε σε μεγάλο βαθμό τη διαδρομή του με το ΠΑΣΟΚ. Εσωκομματικά είχε προσκολληθεί επί χρόνια, μαζί με άλλους, στη Βάσω Παπανδρέου. Μόλις άρχισε να χάνει την αίγλη της, η (μικρή) ομάδα Σωτηρέλη μετακινήθηκε δίπλα στον Γιάννο Παπαντωνίου, ο οποίος έχοντας και τη στήριξη του Κ. Σημίτη ανέπτυξε μετά το 2000 αρχηγικές φιλοδοξίες αναζητώντας ερείσματα και υποστηρικτές σε όλους τους χώρους. Οταν ο κ. Παπαντωνίου έγινε υπουργός Εθνικής Αμυνας, τοποθέτησε τον κ. Σωτηρέλη πρόεδρο στο Ινστιτούτο Αμυντικών Αναλύσεων χρίζοντάς τον έτσι (σε πολιτικό και εσωκομματικό επίπεδο) έναν από τους «υπασπιστές» του.
Τα εξοπλιστικά
Ο ρόλος και η χρησιμότητα του εν λόγω ινστιτούτου έχουν αμφισβητηθεί αρκετές φορές, ενώ ο κ. Παπαντωνίου βρίσκεται τώρα στο μικροσκόπιο των ανακριτικών Αρχών όσον αφορά τις μεγάλες προμήθειες στα εξοπλιστικά εκείνης της περιόδου. Ο «φάκελος Παπαντωνίου» (διάδοχος του κ. Τσοχατζόπουλου) άλλωστε αποτελεί έναν από τους λόγους για τον οποίο πολλοί αναρωτιούνται αν το ΠΑΣΟΚ και τα στελέχη του έχουν το ηθικό δικαίωμα να απευθύνουν προς άλλους τη μομφή περί «εγκληματικής οργάνωσης»…
Ο κ. Σωτηρέλης συμπορεύθηκε στη συνέχεια με τον κ. Βενιζέλο, του οποίου τώρα είναι άτυπος σύμβουλος, και επεξεργάζεται μαζί του διάφορες «ιδέες» περί του πώς θα πειστεί η κυβέρνηση να εξουδετερώσει τη Χρυσή Αυγή ως «εγκληματική οργάνωση»…
Προσπαθώντας να διαμορφώσει το κατάλληλο έδαφος υποστήριξε προ ημερών ότι «μπορεί να επανέλθουν οι διατάξεις του Π.Δ. Του 1974, που ίσχυσε έως το 2002 και προβλέπει, εκτός από τις συνθήκες κατάλυσης του πολιτεύματος, το να μη συμμετέχουν ως υποψήφιοι κάποιοι που διώκονται για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης και συμμετοχή σ’ αυτήν ή όταν είναι βεβαρημένα τα μέλη ενός κόμματος με εγκλήματα με ρατσιστικό κίνητρο».
Η «λύση» που μεθοδεύει δηλαδή (αφού δεν υπάρχει τρόπος να τεθεί εκτός νόμου ένα ολόκληρο κόμμα) προβλέπει στις περιπτώσεις που υπάρχει ένα παραπεμπτικό και μόνο βούλευμα να μην μπορεί ένας βουλευτής ή στέλεχος να είναι υποψήφιος στις εκλογές του Μαΐου για την Αυτοδιοίκηση και την Ευρωβουλή.
Πάντως, ανατρέχοντας κάποιος -με βάση τα λεγόμενα του ίδιου του κ. Σωτηρέλη- στα διατάγματα του 1974 που καταργήθηκαν το 2002 το μόνο που βρίσκει είναι το Νομοθετικό Διάταγμα υπ’ αριθμόν 59 με ημερομηνία 23 Σεπτεμβρίου 1974 και την υπογραφή του Φ. Γκιζίκη ως Προέδρου της Δημοκρατίας και του Κωνσταντίνου Καραμανλή ως πρωθυπουργού μαζί με το υπουργικό συμβούλιο. Σε αυτό το μόνο που αναφέρεται είναι ότι τα πολιτικά κόμματα υποχρεούνται «όπως καταθέσουν εις τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωσιν ότι αντιτίθενται προς πάσαν ενέργειαν αποσκοπούσαν εις την βιαία κατάληψιν της εξουσίας ή την ανατροπήν του ελευθέρου δημοκρατικού πολιτεύματος». Δεν αναφέρει τίποτε άλλο από όσα επικαλέστηκε ο κ. Σωτηρέλης.
Η «κυριακάτικη δημοκρατία» απευθύνθηκε στον κ. Σωτηρέλη προκειμένου να διευκρινίσει τι είχε ακριβώς υπόψη και τι εννοούσε, ώστε να φανεί αν ενδεχομένως είχε σημειωθεί κάποια παρεξήγηση ή παρανόηση, αλλά εκείνος (επιβεβαιώνοντας για ακόμη μια φορά τα… δημοκρατικά του φρονήματα) αρνήθηκε οποιαδήποτε απάντηση.

