Η απόφαση της Κομισιόν να τη θέσει υπό επιτήρηση, οι ανησυχίες για το τεράστιο δημόσιο χρέος και τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα της χώρας και οι υποσχέσεις του νέου πρωθυπουργού (για μέτρα) που δεν πείθουν

Oταν τον περασμένο μήνα ο νεαρός Ματέο Ρέντσι αναλάμβανε «πραξικοπηματικά» την πρωθυπουργία της ιταλικής κυβέρνησης, έγκριτοι αναλυτές προειδοποιούσαν ότι δεν φτάνει το χάρισμα… Ο Ρέντσι, έλεγε ο Βόλφγκανγκ Μουντσάου των «Financial Times», θα έχει την πιο δύσκολη δουλειά στην Ευρώπη. Μόλις λάβει την εντολή, θα ηγηθεί μιας χώρας με τρία θεμελιώδη οικονομικά προβλήματα: έχει τεράστιο χρέος, δεν έχει ανάπτυξη και αποτελεί μέλος μιας δυσλειτουργικής νομισματικής ένωσης.

Η κίνηση της Κομισιόν στα μέσα της εβδομάδας να θέσει «υπό επιτήρηση» την ιταλική οικονομία λόγω του πολύ υψηλού δημόσιου χρέους της χώρας και της χαμηλής ανταγωνιστικότητας απέδειξε ότι, αν μη τι άλλο, ο Ρέντσι έχει στα χέρια του μια βόμβα που ανά πάσα στιγμή μπορεί να εκραγεί. Η Κομισιόν αξιολόγησε σε βάθος τις οικονομίες των 17 χωρών της Ε.Ε. που πιστεύει ότι έχουν μακροοικονομικές ανισορροπίες. Ανάμεσά τους η Ιταλία που, όπως επισημαίνει, πρέπει να αντιμετωπίσει το πολύ υψηλό επίπεδο του δημόσιου χρέους και την ασθενή εξωτερική ανταγωνιστικότητα. Σύμφωνα με τους κανόνες της Ε.Ε., εφόσον οι εν λόγω ανισορροπίες θεωρούνται υπερβολικές, η χώρα πρέπει να αναλάβει δράση υπό την επιτήρηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αντιμετώπισή τους ή αλλιώς κινδυνεύει να πληρώσει πρόστιμο.

Η Ιταλία είναι η τρίτη σε μέγεθος οικονομία της ευρωζώνης. Κατά την Κομισιόν, η ιταλική κυβέρνηση οφείλει να αντιμετωπίσει το πολύ υψηλό επίπεδο του δημόσιου χρέους της και την ασθενική ανταγωνιστικότητά της σε σχέση με το εξωτερικό, προβλήματα τα οποία, σε τελευταία ανάλυση, οφείλονται στην παρατεταμένη βραδεία αύξηση της παραγωγικότητας και απαιτούν κατεπείγουσα και αποφασιστική δράση. Μέχρι στιγμής οι προσπάθειες της Ρώμης δεν αρκούν. «Η ανάγκη για αποφασιστική δράση προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος των δυσμενών επιπτώσεων στη λειτουργία της ιταλικής οικονομίας και της ευρωζώνης είναι ιδιαίτερα σημαντική, δεδομένου του μεγέθους της ιταλικής οικονομίας» πρόσθεσε ο Βόλφγκανγκ Μουντσάου. Αλλά σημείωσε ότι η επίτευξη και η διατήρηση πολύ υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων στον προϋπολογισμό καθώς και η οικονομική ανάπτυξη για μεγάλο χρονικό διάστημα, που απαιτείται για να μειωθεί το χρέος, θα ήταν μια μεγάλη πρόκληση. Η επιτροπή προσέθεσε ότι η Ε.Ε. θα αποφασίσει τον Ιούνιο εάν θα λάβει περαιτέρω μέτρα. Ανάμεσα στις επιλογές που θα εξεταστούν είναι η επιβολή κυρώσεων που προβλέπεται σε περίπτωση αποτυχίας ενός κράτους να λάβει μέτρα για να διορθώσει μακροοικονομικές ανισορροπίες.

Ο νέος πρωθυπουργός της Ιταλίας Ματέο Ρέντσι έχει υποσχεθεί να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις, ωστόσο επικρίνεται για υπερβολική αοριστία όσον αφορά τα σχέδιά του για την οικονομική πολιτική που θα ασκήσει η κυβέρνησή του. Η χώρα μόλις τώρα βγαίνει από τη βαθύτερη και πιο μακροχρόνια ύφεση που αντιμετώπισε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το ιταλικό δημόσιο χρέος, το οποίο το 2013 άγγιξε το 132,6% του ΑΕΠ της χώρας, σημείωσε νέο αρνητικό ρεκόρ, ενώ η σχέση δημοσιονομικού ελλείμματος – ΑΕΠ, πάντα σε ετήσια βάση, διαμορφώθηκε στο 3% και η αγοραστική δύναμη των οικογενειών περιορίστηκε κατά 2,6%. Το δημόσιο χρέος της χώρας βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 24 ετών.

«Στην Ιταλία η ανάγκη για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι τεράστια, αλλά αμφιβάλλω ότι θα επαρκέσουν. Για να το καταλάβετε, αρκεί να σκεφτείτε την τεράστια κλίμακα υποαπόδοσης της ιταλικής οικονομίας. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, το ιταλικό ΑΕΠ βρίσκεται σήμερα 15% χαμηλότερα από τη μέση τάση της δεκαετίας του 1990. Δεν είναι η χρηματοπιστωτική κρίση που ζημίωσε την Ιταλία, είναι το ίδιο το ευρώ» λέει ο Μουντσάου και εκτιμά ότι αυτό που καλείται να πετύχει ο Ματέο Ρέντσι είναι άθλος.

Ανησυχία για τις τράπεζες

Την ίδια ώρα οι αναλυτές εκφράζουν έντονη ανησυχία για την κατάσταση των ιταλικών τραπεζών εν όψει και των στρες τεστ της ΕΚΤ. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που η τράπεζα της Ιταλίας έκανε τους δικούς της ελέγχους σε τράπεζες, από την Banca di Sicilia στον Νότο έως την Banco di Trento e Bolzano στα σύνορα με τη Γερμανία στον Βορρά. Το συμπέρασμα είναι ότι οι ιταλικές τράπεζες ενδεχομένως θα έχουν και πάλι πρόβλημα. Τα «κόκκινα» δάνεια άγγιξαν πέρυσι τα 155 δισ. ευρώ, ενώ σήμερα πέντε από τις 15 μεγαλύτερες ιταλικές τράπεζες διψούν για αύξηση κεφαλαίου, την ώρα που επιβαρύνονται ακόμη περισσότερο από τα μεγάλα ανοίγματά τους στην Ουκρανία. Συνολικά οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν «άνοιγμα» στη χώρα 23 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS), με τις αυστριακές και τις ιταλικές τράπεζες να έχουν τα μεγαλύτερα. Μάλιστα, οι τράπεζες της Ιταλίας (μεγάλο πρόβλημα έχει κυρίως η Unicreditο) κινδυνεύουν πλέον να χάσουν το rating της ανώτατης πιστοληπτικής βαθμίδας, σύμφωνα με αναλυτές.

Στέλλα Θεοδώρου

{{-PCOUNT-}}12{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

spot_img

Κορυφαίες Ειδήσεις

Προτεινόμενα