Πήρε το νταούλι του και μπήκε στο γλέντι χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο πατήρ Αντώνης, με την ψηλόλιγνη φιγούρα, το μαύρο ράσο και τα κόκκινα γένια, έκλεψε τις εντυπώσεις πριν από μερικές ημέρες στο νησάκι της Αμμουλιανής στη Χαλκιδική, σε εκδήλωση γαστρονομίας στο τοπικό λιμάνι. Ο 47χρονος εφημέριος, που λειτουργεί στον Αγιο Νικόλαο Αμμουλιανής, αιφνιδίασε τους ξένους επισκέπτες, όταν τον είδαν να σηκώνεται, να παίρνει το νταούλι και να συμμετέχει στο μουσικό γλέντι που ακολούθησε την ψαρογιορτή, την οποία είχε οργανώσει ο Οργανισμός Τουρισμού Προ του Αθω. Η εικόνα του μάλιστα δίπλα σε ένα παιδί 12 ετών και έναν 18άρη νεαρό, που έπαιζαν επίσης τα νταούλια τους, ήταν το λιγότερο συγκινητική, αφού οι δύο οργανοπαίχτες ήταν τα δύο από τα τέσσερα παιδιά του.
Το θέαμα ενός παπά με νταούλι κάθε άλλο παρά συνηθισμένο είναι, όμως και ο πατήρ Αντώνης δεν είναι ένας συνηθισμένος ιερωμένος. Στην Αμμουλιανή το παρατσούκλι του είναι «Παπαφλέσσας», χαρακτηρισμός που του έχει δοθεί τόσο για το παρουσιαστικό του όσο και για την ανοιχτή καρδιά και την ορμητικότητά του. Ο Θεός και η φύση τον κέρδισαν πριν από 22 χρόνια από την Αστυνομία όπου είχε δώσει εξετάσεις. Οταν ήταν μικρός, διδάχτηκε από τον δάσκαλο πατέρα του να αγαπά την παράδοση και τα παραδοσιακά τραγούδια, δεν έμαθε όμως ποτέ κανονικά ένα μουσικό όργανο, αφού οι εποχές ήταν δύσκολες. Σήμερα χαίρεται που τα παιδιά του έχουν κληρονομήσει την αγάπη αυτή και ειδικά ο μεγάλος γιος του Παύλος, που παίζει νταούλι και τουμπερλέκι. Ο ίδιος τον συνοδεύει, όταν αυτός κάνει τις πρόβες του, και τελευταία δεν διστάζει να πάρει το νταούλι και να παίξει δημόσια.
«Είδα τα παιδιά μου να παίζουν και συγκινήθηκα. Με συνεπήρε η χαρά και σηκώθηκα να τα συνοδεύσω» σημειώνει. Δηλώνει πάντως παραδοσιακός παπάς, αν και σπεύδει να τονίσει μιλώντας στη «δημοκρατία» ότι δεν είναι ο απόμακρος ιερωμένος, αλλά γίνεται ένα με τον κόσμο, αφού αυτή είναι η αποστολή του. Κάπως έτσι οι άνθρωποι της Αμμουλιανής τον έχουν περιβάλει με αγάπη. Βοηθάει άλλωστε όπου μπορεί, ακόμα και στις πολιτιστικές δράσεις της περιοχής.
Μαρία Μαθιοπούλου


