Η ζωή έχει γυρίσματα. Υπήρξε μια εποχή, πολλά χρόνια πριν ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και απόλυτος «τσάρος της ευρωπαϊκής οικονομίας» δηλώσει πως «λυπάται τους Ελληνες» για την κυβέρνησή τους, που σύσσωμος ο Τύπος είχε «περιλάβει» τον κ. Σόιμπλε κατά τον ίδιο τρόπο που έχει «περιλάβει» σήμερα τους Ελληνες για τη δανειακή σύμβαση. Τότε τον «λυπόταν» η εβδομαδιαία εφημερίδα του Αμβούργου «Die Zeit», γράφοντας ότι «οι υποκρισίες του προκαλούν συμπόνοια». Επίσης «λυπόταν» και ο ίδιος και «ζητούσε συγγνώμη» για το λεγόμενο «σκάνδαλο Κολ».
Το σκάνδαλο των «μαύρων» ταμείων της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU), στο οποίο ενεπλάκη ως αποδέκτης 100.000 μάρκων από τον έμπορο όπλων Καρλχάιντς Σράιμπερ. Ομως ο λόγος που λυπόταν τότε ο κ. Σόιμπλε δεν ήταν η δωρεά χωρίς απόδειξη αλλά η εξαπάτηση της γερμανικής κοινής γνώμης. Γιατί, ενώ τον Δεκέμβριο του 1999 έλεγε ενώπιον της γερμανικής Βουλής ότι συνάντησε τον κ. Σράιμπερ εν έτει 1994 «χωρίς βαλίτσα», απλά για να… μιλήσουν για τη χρηματοδότηση του προεκλογικού αγώνα του CDU, τον Ιανουάριο του 2000 παραδέχτηκε πως: «Την άλλη μέρα ο κ. Σράιμπερ μου έφερε στο γραφείο μου 100.000 μάρκα». Μάλιστα, καυτηριάστηκε έντονα για την απάντηση που έδωσε στην ερώτηση δημοσιογράφου του WDR: «Δηλαδή είχατε δύο συναντήσεις;» «Οπως το πάρετε», είπε, «εμένα μου φάνηκε μία, επειδή έγιναν διαδοχικά»!
Το «σκάνδαλο Κολ» στοίχισε και έναν θάνατο. Στο σημείωμα της αυτοκτονίας του λίγο πριν από την απολογία Σόιμπλε, ο οικονομικός υπεύθυνος του CDU Βόλφγκανγκ Χίλεν φέρεται -εκτός από προσωπικούς λόγους- να επικαλέστηκε και την απογοήτευσή του για το σκάνδαλο.
Διαλεύκανση
Ο Σόιμπλε, τότε πρόεδρος του CDU και προαλειφόμενος για την Καγκελαρία, είχε νωρίτερα υποσχεθεί να διαλευκάνει πλήρως το σκάνδαλο, που, εκτός από παράνομη συλλογή χρημάτων, περιελάμβανε και «λαδώματα» κομματικών στελεχών από τον μέντορά του, πρώην καγκελάριο Χέλμουτ Κολ. Ο γερμανικός Τύπος τον είχε χαρακτηρίσει «άνθρωπο χωρίς ιδιότητες», «άνθρωπο των τακτικών ελιγμών» και «αιώνιο Αμλετ». «Αιώνιο Αμλετ» διότι δεν κατάφερε να βγει από τη βαριά σκιά του κ. Κολ, τολμώντας μια πραγματική εκκαθάριση εντός του κόμματος. Ετσι, έδωσε εντολή στο γραφείο Ernst & Jung να διερευνήσει τις οικονομικές ατασθαλίες, εφόσον ο κ. Κολ κατονόμαζε τους «δωρητές» του. «Αντί», έγραφε τότε το περιοδικό «Stern», να ζητήσει κατευθείαν το άνοιγμα των λογαριασμών στην τράπεζα Hauck Bank της Φραγκφούρτης.
Για έναν άνθρωπο που ξεκίνησε ως εφοριακός στο Φράιμπουργκ, η υπόθεση είναι περισσότερο από ειρωνική. Την «πλήρωσε» πολιτικά -άλλωστε «ο καθένας καθαρίζει τα σκουπίδια του»- χάνοντας την Καγκελαρία μέσα από τα χέρια του, προς μεγάλη τύχη της Ανγκελα Μέρκελ, την οποία ο ίδιος είχε χρίσει γενική γραμματέα του κόμματος. Για πολλούς, η επιμονή της για πλήρη διαλεύκανση του σκανδάλου είχε ως κίνητρο να ξεφορτωθεί εκείνον που της «έκλεινε» τον δρόμο. Η Μέρκελ έκλεισε τον δικό του δρόμο ακόμη μια φορά. Το 2004 αρνήθηκε να τον προτείνει ως υποψήφιο πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η φράση της Suddeutsche Zeitung ότι «δεν θα υπάρξει εποχή Σόιμπλε» φάνηκε να ηχεί -ξανά- σχεδόν προφητικά.
Θα έβγαινε αληθινή, αν ο υπέρμαχος της σκληρής λιτότητας δεν είχε μία μοναδική ικανότητα να αναγεννάται από τις στάχτες του. Το έπραξε το 1990 όταν, τρεις μόλις μήνες μετά τη δολοφονική απόπειρα σε βάρος του, επέστρεψε στα καθήκοντά του! Το επανέλαβε δεχόμενος να αναλάβει χαρτοφυλάκιο στην κυβέρνηση Μέρκελ, με την οποία αναλυτές σχολιάζουν ότι τους χωρίζει μια «ένοπλη ειρήνη». Απόδειξη της πεισματικής αυτοπειθαρχίας του.
Παραδόξως, στις μέρες μας δεν κρύβει την υποστήριξή του για έναν άλλου τύπου ευρωπαϊκό διχασμό, αυτόν μιας ευρωζώνης «δύο ταχυτήτων» (η προ εικοσαετίας ιδέα της Kerneuropa – Πυρήνας της Ευρώπης), υπέρ της οποίας επιχειρηματολόγησε ξανά τον περασμένο Σεπτέμβριο. Στον σκληρό πυρήνα των «ικανών και προθύμων» φαίνεται ότι δεν χωρά η Ελλάδα της κρίσης, όπως ο οραματισμός του για μετεξέλιξη του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο και της Κομισιόν σε μια ευρωπαϊκή κυβέρνηση του δίνει -μάλλον- την αίσθηση ότι μπορεί να απευθύνει υποδείξεις προς τον ελληνικό λαό.
Η μέρα που άλλαξε για πάντα τη ζωή του
Στο απόγειο της πολιτικής καριέρας του, σε ηλικία 48 ετών, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είχε ένα δραματικό ραντεβού με τη μοίρα. Στις 12 Οκτωβρίου 1990, τότε υπουργός Εσωτερικών, ανεβαίνει στο βήμα στη διάρκεια προεκλογικής καμπάνιας στο Οπεναου, για να μιλήσει μπροστά σε 300 ανθρώπους. Ο άνθρωπος που στρέφει σε αυτόν το όπλο του πυροβολεί τρεις φορές. Η πρώτη σφαίρα τραυματίζει τον σωματοφύλακά του. Οι άλλες δύο τον διαπερνούν στο κεφάλι και τη σπονδυλική στήλη, προκαλώντας του μόνιμη παραπληγία και καθηλώνοντάς τον για το υπόλοιπο της ζωής του σε αναπηρικό αμαξίδιο. Ο δράστης, 37χρονος Ντίτερ Κάουφμαν, διαγνώσκεται ως άτομο με διαταραγμένη ψυχική υγεία. Παρ’ όλα αυτά, έναν χρόνο μετά ο δόκτωρ Σόιμπλε αναδεικνύεται επικεφαλής της ομάδας της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης στο Κοινοβούλιο.
Η υπογραφή στην ενοποίηση
Αλλοι είπαν ότι η αναπηρία του τον έκανε «πιο ανεκτικό», άλλοι πιο «πικρόχολο». Ο νεαρός προτεστάντης από συντηρητική πολιτικά οικογένεια που «κατετάγη» στη νεολαία του CDU στα 19 του, για να γίνει ο διευθυντής του γραφείου του Κολ και εξ απορρήτων του, υπουργός Ειδικών Υποθέσεων, Παρά τω Καγκελαρίω, Εσωτερικών και πρόεδρος των Χριστιανοδημοκρατών, μετρά κατά πολλούς το μεγαλύτερο επίτευγμά του στην ενοποίηση των δύο Γερμανιών, την οποία υπέγραψε προσωπικά στις 31 Αυγούστου 1990.
Μυρτώ Μπούτση


