Πάνω από 20.000 χαμένες θέσεις εργασίας είναι ο απολογισμός της τελευταίας πενταετίας μόνο στον κλάδο της χαλυβουργίας και των συναφών επαγγελμάτων. Μέσα σε μια πενταετία χάθηκαν 1.350 θέσεις εργασίας από τα εργοστάσια παραγωγής χάλυβα ή 45% του συνόλου των εργαζομένων και οι περισσότερες από 20.000 θέσεις εργασίας σε συγγενή επαγγέλματα (π.χ. μηχανουργεία). Αυτό είναι το αποτέλεσμα όχι μόνο της πτώσης της ζήτησης, αλλά κυρίως του αυξημένου ενεργειακού κόστους, που προκάλεσε την κατάρρευση ενός κλάδου που είχε ελληνική προστιθέμενη αξία.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο έγιναν βαθιά ζημιογόνες και εννοείται καθόλου ανταγωνιστικές σε σχέση με τις βιομηχανίες από την Ισπανία, την Ιταλία, την Πορτογαλία και τη Γαλλία. Αποτέλεσμα είναι σήμερα να εργάζονται στις τέσσερις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας (Χαλυβουρική, ΣΙΔΕΝΟΡ, Sovel και Χαλυβουργία) περίπου 1.650 εργαζόμενοι, ενώ υπολογίζεται ότι το 2010 ήταν πάνω από 3.000 οι εργαζόμενοι στις ίδιες επιχειρήσεις.
Περικοπές
Ομως και οι εργαζόμενοι που έχουν μείνει έχουν υποστεί σημαντικές περικοπές στους μισθούς, ως αποτέλεσμα αυτής της κρίσης. Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Μετάλλου Γιάννης Στεφανόπουλος, μιλώντας στην «κυριακάτικη δημοκρατία», τονίζει: «Η βιομηχανία χάλυβα σε κάθε χώρα εξασφαλίζει σημαντικές και πολλές θέσεις εργασίας, συνεισφέροντας παράλληλα στην τεχνολογία, στις κατασκευές, στις μεταφορές κ.τ.λ. Σήμερα πλήρη απασχόληση δεν έχει καμία από τις επιχειρήσεις χάλυβα. Το stock σιδήρου έχει γεμίσει τις αποθήκες. Σε ορισμένες χαλυβουργίες η παραγωγή έχει διακοπεί επί 15 μήνες. Σε άλλες η απασχόληση είναι εκ περιτροπής. Ουσιαστικά οι μεταλλεργάτες χαλυβουργοί γίναμε “καύσιμος ύλη, ο άνθρακας”, με μειώσεις μισθών και ημερομισθίων, διαθεσιμότητες και εκ περιτροπής απασχόληση, αντί να είμαστε η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης».
Την τελευταία πενταετία οι μειώσεις στους μισθούς που έχουν υποστεί οι εργαζόμενοι φτάνουν κατά μέσο όρο το 12%, ενώ κάνουν θραύση η μερική και η εκ περιτροπής απασχόληση. Οι επιχειρήσεις, από την πλευρά τους, επιλέγουν τη συγκεκριμένη λύση, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να περιορίσουν το λειτουργικό κόστος, που έχει εκτοξευθεί στα ύψη και κάνει το προϊόν τους πολύ χαμηλής ανταγωνιστικότητας στη διεθνή αγορά.
Η εφαρμογή συμβάσεων διακοψιμότητας ανάμεσα στις επιχειρήσεις και στη ΔΕΗ είναι η λύση που έχουν προτείνει οι εργαζόμενοι. Εάν γίνει κάτι τέτοιο, οι επιχειρήσεις αποκτούν τη δυνατότητα να κάνουν χρήση από το περίσσευμα του ηλεκτρικού ρεύματος.
Οι ανατγωνιστές
Ετσι επιτυγχάνουν να μειώσουν κατά πολύ το λειτουργικό κόστος τους και να γίνουν και πάλι ανταγωνιστικές στο διεθνές περιβάλλον. Αν συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι σχεδόν όλες οι επιχειρήσεις εφαρμόζουν βάρδιες απογευματινές, νυχτερινές και τα Σαββατοκύριακα, το μέτρο της διακοψιμότητας μπορεί να εφαρμοστεί με σχετική ευκολία. Αξίζει να επισημανθεί ότι η συγκεκριμένη διαδικασία έχει αποτελέσει τη βασική επιλογή σε ανταγωνίστριες χώρες, όπως είναι η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία. Αποτέλεσμα είναι να έχουν επιτύχει σημαντική μείωση στο κόστος ενέργειας και να έχουν γίνει πολύ πιο ανταγωνιστικές.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τους εργαζομένους, στην Ελλάδα το κόστος ενέργειας υπολογίζεται σε ημερήσια βάση στα 80 ευρώ ανά MWh (μεγαβατώρα). Την ίδια στιγμή υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι αντίστοιχα το κόστος ενέργειας στην Ιταλία είναι 32 ευρώ ανά Mwh και στη Γαλλία ακόμα λιγότερο, 25 ευρώ ανά Mwh. Σημειώνεται ότι το συγκεκριμένο περίσσευμα ενέργειας, που δεν καταναλώνεται, δεν μπορεί να αποθηκευτεί. Σε πιθανή κατανάλωση του περισσεύματος της ηλεκτρικής ενέργειας οι εργαζόμενοι εκτιμούν ότι θα προκύψει μικρότερο κόστος και στα οικιακά τιμολόγια. Οι εργαζόμενοι υπολογίζουν ότι το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας στις βιομηχανίες είναι κατά 30% υψηλότερο από αυτό των ευρωπαϊκών χωρών, ενώ κατά 40% υψηλότερο είναι το κόστος του φυσικού αερίου.
Ολα αυτά ενώ η οικοδομή, ελέω κρίσης, έχει καταρρεύσει, αφού υπολογίζεται ότι η εγχώρια ζήτηση για χάλυβα έχει υποχωρήσει κατά 90%. Με δεδομένο ότι στο πεδίο των εξαγωγών η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει κυρίως την περιοχή της βόρειας Αφρικής (Τυνησία, Μαρόκο) και τις βαλκανικές χώρες, εάν δεν υπάρξει μείωση του λειτουργικού κόστους, είναι πολύ δύσκολο να κατορθώσουν οι ελληνικές επιχειρήσεις να επαναπροσεγγίσουν τις συγκεκριμένες αγορές. Τα παραπάνω ισχύουν την ώρα που ακόμα και ξένες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις παραδέχονται ότι η ποιότητα του ελληνικού χάλυβα είναι πολύ καλύτερη από τη δική τους.
Οι εισαγωγές από την Ιταλία και η έκπτωση που έμεινε μόνο στα χαρτιά!
Χαρακτηριστικό του αυξημένου λειτουργικού κόστους είναι ότι το περασμένο καλοκαίρι έγινε εισαγωγή χάλυβα από την Ιταλία για να προχωρήσει η κατασκευή των αυτοκινητοδρόμων, τα έργα στους οποίους είναι ακόμα σε εξέλιξη. Η ΠΟΕΜ κατήγγειλε το γεγονός στο υπουργείο και ο τότε υπουργός Μεταφορών Μιχάλης Χρυσοχοΐδης ζήτησε επίσημα στοιχεία. Ελαβε, λοιπόν, ενημέρωση από τους εργαζομένους, σύμφωνα με την οποία στο διάστημα από τις 19 Μαΐου έως και τις 10 Ιουνίου 2014 τρία πλοία από το Σαλέρνο, με συνολικά 8.200 τόνους μπετόβεργας, μετέφεραν το φορτίο τους στην Ελλάδα. Μέρος αυτού ξεφορτώθηκε στη Θεσσαλονίκη και στο Αίγιο, για να αξιοποιηθεί για την κατασκευή των αυτοκινητοδρόμων.
Μάλιστα, οι εργαζόμενοι καταγγέλλουν ότι τα σχετικά πιστοποιητικά ελέγχου που έπρεπε να φέρει μαζί του το εμπόρευμα εκδόθηκαν εκ των υστέρων… Ας σημειωθεί ότι την ίδια περίοδο το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας (ΑΣΕ) έκανε δεκτό το σχέδιο ομαδικών απολύσεων που είχε εκπονήσει η Ελληνική Χαλυβουργία για το εργοστάσιο στον Ασπρόπυργο, με αποτέλεσμα να χάσουν τη δουλειά τους 45 εργαζόμενοι, από τους 74 που ήταν το σύνολο του προσωπικού.
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο μόλις τον περασμένο Μάιο αποφασίστηκε μείωση κατά 10% στη μεγαβατώρα στο ημερήσιο τιμολόγιο και κατά 20% στο νυχτερινό. Μόνο που οι επιχειρήσεις δεν έκαναν χρήση αυτής της έκπτωσης και δεν έχουν υπογράψει τις σχετικές συμβάσεις με τη ΔΕΗ. Ο λόγος είναι ότι έχουν προσφύγει στα δικαστήρια για παλαιότερες υποθέσεις τους, οι οποίες ακόμα δεν έχουν τακτοποιηθεί, συνεπώς δεν μπορούν να καρπωθούν το όφελος από την έκπτωση που τους παρασχέθηκε.
Στέλιος Κράλογλου


