Η ιστορία της γερμανικής τράπεζας, Dresdner Bank, στην οποία είχε στήσει το δίκτυό του ο Κλοντ Οσβαλντ που συνελήφθη για τη Siemens
Πίσω από τον Ελβετό τραπεζίτη Ζαν Κλοντ Οσβαλντ, τον πρόσφατα αφιχθέντα στην Αθήνα καταζητούμενο, υπεύθυνο για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος για λογαριασμό των Πρόδρομου Μαυρίδη της Siemens και Αντώνη Καντά του σκανδάλου των υποβρυχίων, βρίσκεται μια «ιστορική» γερμανική τράπεζα, η Dresdner Bank.
Η τράπεζα (στην οποία είχε στήσει το δίκτυό του ο Οσβαλντ, πριν «μετακομίσει» στην BNP Paribas), η οποία δεν υφίσταται σήμερα, καθώς απορροφήθηκε από την Commerzbank το 2009, κρύβει μια μακρά και αμαρτωλή ιστορία: Υπήρξε η τράπεζα του Χάινριχ Χίμλερ και των SS επί ναζιστικής Γερμανίας, εκείνη που (στα χέρια του ναζιστικού κράτους) χρηματοδότησε την ανέγερση του Αουσβιτς. Η πιο πρόσφατη ιστορία της, πάντως, σχετίζεται σταθερά με το ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, κάλεσαν την τράπεζα να πληρώσει πρόστιμο 37.000.000 μάρκων οι ίδιες οι γερμανικές Αρχές, επειδή διευκόλυνε τους πελάτες της στη φοροαποφυγή. Το 2005, τη χρονιά δηλαδή που απαλλάχθηκαν από τα καθήκοντά τους στο παράρτημά της στη Λοζάνη ο Οσβαλντ και ο Φάνης Λυγινός, πέρασε από εκεί ο πρώην ταμίας του Ισπανικού Λαϊκού Κόμματος Λουίς Μπαρθένας, για να καταθέσει μίζες ύψους 14.000.000 ευρώ. Επιπλέον, ένα βιβλίο τη συνδέει με το ξέπλυμα μαύρου χρήματος και από τη Ρωσία, στο διάστημα που επικεφαλής του ρωσικού γραφείου της ήταν το πρώην μέλος της Στάζι και μετέπειτα διαχειριστικός διευθυντής του κονσόρτσιουμ για το Nord Stream (και φίλος του Βλαντιμίρ Πούτιν) Ματίας Βάρνιγκ. Τέλος, στις 12 Μαρτίου, το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης κατέληξε σε διακανονισμό με την Commerzbank (την τράπεζα που εξαγόρασε την Dresdner Bank), και ειδικά με το γραφείο της στη Νέα Υόρκη, επιβάλλοντας στην τελευταία πρόστιμο-μαμούθ 1,45 δισεκατομμυρίων δολαρίων για συναλλαγές με το Ιράν και το Σουδάν – (χώρες που βρίσκονται στη μαύρη λίστα των ΗΠΑ), αλλά και για συναλλαγές που διευκόλυναν το λογιστικό σκάνδαλο της ιαπωνικής εταιρίας Olympus.
Χρεοκοπία
Το 2008, πριν από τη χρεοκοπία και την απορρόφησή της από την Commerzbank, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ είχε καλέσει και την Dresdner Bank (και το παράρτημά της στη Νέα Υόρκη) να «διορθώσει παραβάσεις του νόμου και ελλείψεις στη συμμόρφωση του παραρτήματος της Νέας Υόρκης με ισχύοντες ομοσπονδιακούς, πολιτειακούς νόμους και κανονισμούς σχετικά με την καταπολέμηση του ξεπλύματος μαύρου χρήματος».
Η έρευνα που ολοκληρώθηκε το 1999 διήρκεσε έξι χρόνια και εξέταζε το κατά πόσον η δεύτερη μεγαλύτερη γερμανική τράπεζα είχε εγκαταστήσει ένα σύστημα με στόχο να βοηθήσει τους πελάτες της να διαπράξουν φοροαποφυγή. Η αναζήτηση της συγκεκριμένης δυνατότητας από τους Γερμανούς φορολογουμένους μεσουράνησε το 1994, ακριβώς επειδή τότε το Βερολίνο επέβαλε παρακράτηση φόρου 30% επί των τόκων καταθέσεων, και στο στόχαστρο της ευρείας διερεύνησης από τις γερμανικές Αρχές που ακολούθησε βρέθηκαν, εκτός από την Dresdner, και οι Deutsche Bank και Commerzbank (τότε ανταγωνίστρια της Dresdner). Στις παραιτήσεις από το Δ.Σ. της τράπεζας -που ακολούθησαν την επιβολή του προστίμου- στελεχών τα οποία αποδείχθηκε ότι και εκείνα με τη σειρά τους φοροδιέφευγαν συμπεριελήφθη και εκείνη του Χανς Γκούντερ Αντενάουερ, ανιψιού του πρώην καγκελάριου Κόνραντ Αντενάουερ.
Φαίνεται, πάντως, ότι οι μέχρι σήμερα αποκαλύψεις, είναι μέρος μόνο όσων έχουν διαμειφθεί ανάμεσα στις γερμανικές τράπεζες (και όχι μόνο) και τους πελάτες τους. Αλλωστε, μόλις τον Φεβρουάριο, οι γερμανικές Αρχές έκαναν έρευνα στην έδρα της Commerzbank στη Φρανκφούρτη σχετικά με νέα υπόθεση συγκάλυψης φοροφυγάδων, αυτή τη φορά σε συνεργασία με το Λουξεμβούργο. Η έρευνα, σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα «Suddeutsche Zeitung», φέρεται ότι αφορά υποθέσεις 10 ετών και πλέον, ενώ η τράπεζα ελέγχεται όχι μόνο για φοροδιαφυγή, αλλά και για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Iσπανικό σκάνδαλο με «μαύρα» ταμεία
Οταν ο Λουίς Μπαρθένας αποφάσισε να ανοίξει νέο προσωπικό λογαριασμό για να καταθέσει ένα ποσό ύψους 14.000.000 ευρώ στην Dresdner Bank Ελβετίας, οι τραπεζικοί αξιωματούχοι τον κάλεσαν να δικαιολογήσει την προέλευσή του. Ο Ισπανός πολιτικός επικαλέστηκε τις σχέσεις του με μια σειρά εταιριών (μεταξύ αυτών, μια εταιρία τηλεοπτικών παραγωγών, μια εταιρία διαχείρισης υδάτινων πόρων και μια παραγωγός οπωροκηπευτικών και σόγιας στην Αργεντινή). Οι τραπεζικοί έλεγχοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα χρήματα προέκυψαν με νόμιμο τρόπο. «Η τράπεζα υποτίθεται ότι πρέπει να προσέχει τους PEP (πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα), οπότε θα δούμε αν αυτό έγινε σωστά ή αν πρέπει να σηκωθούν κόκκινες σημαίες» δήλωσε αργότερα ο Ελβετός εισαγγελέας που διερευνούσε τι συνέβη αναφορικά με το ισπανικό σκάνδαλο, καθώς πλέον η Ελβετία συνεργάζεται με τις ισπανικές Αρχές για την υπόθεση, που μαζί με το σκάνδαλο των «μαύρων» ταμείων του ισπανικού Λαϊκού Κόμματος -το οποίο συνολικά αφορά πολύ μεγαλύτερα ποσά- απειλεί να ρίξει την κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι στις επόμενες εκλογές στην Ισπανία. Μόνο που στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η τράπεζα του Λιχτενστάιν LGT, καθώς σε αυτήν μεταπώλησε την ελβετική θυγατρική της Dresdner η γερμανική Commerzbank.
Ως γνωστόν, όπως είχε προκύψει και από την κατάθεση του Οσβαλντ στον ομοσπονδιακό εισαγγελέα της Λοζάνης το 2006, σχετικά με τους λογαριασμούς του Πρόδρομου Μαυρίδη, η Dresdner, μεταξύ άλλων, συμβούλευε τους πελάτες της να ιδρύουν υπεράκτιες εταιρίες, ενώ έκαναν «αντισταθμιστικές πληρωμές», μια «υπηρεσία κατ’ εξαίρεση για ορισμένους πελάτες, γιατί το κάνουν και άλλες τράπεζες».
Μυρτώ Μπούτση


