Κι όμως ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει (πάση θυσία) μετεκλογικά συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία! Τα τελεσίγραφα των δανειστών
Από τον
Ανδρέα Καψαμπέλη
Πυκνώνουν οι διεργασίες -αλλά και οι πιέσεις- για την κυβέρνηση που θα προκύψει από τις εκλογές της επόμενης Κυριακής. Αν κάτι δείχνει μέχρι στιγμής σίγουρο, είναι ότι δεν θα πρόκειται για μονοκομματική κυβέρνηση, δεν θα υπάρχει αυτοδυναμία. Θα είναι κυβέρνηση συνεργασίας, αλλά θα μετέχουν τελικά σε αυτήν και τα δύο μεγαλύτερα κόμματα ή όχι;
Η Ν.Δ., διά του προέδρου της Β. Μεϊμαράκη, έχει καταστήσει σαφές πλέον ότι επιθυμεί κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού» με τον ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη κι αν είναι αυτή πρώτο κόμμα. Αντιθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει να αρνείται μια τέτοια λύση, δίχως όμως να παρουσιάζει μια σαφή και σταθερή εναλλακτική πρόταση. Την ίδια ώρα, οι Βρυξέλλες δεν κρύβουν, με ευκρινείς παρεμβάσεις αξιωματούχων τους, την επιθυμία τους για κυβερνητική συνεργασία των δύο κομμάτων, θέτοντάς την μάλιστα ως προϋπόθεση για να ξεκινήσει τους επόμενους μήνες η συζήτηση για τη ρύθμιση του ελληνικού χρέους.
Αν και το αποτέλεσμα της κάλπης είναι ασφαλώς εκείνο που θα οριοθετήσει τις εξελίξεις, έγκυρες πηγές επιμένουν ότι όλα κινούνται προς την κατεύθυνση της συγκατοίκησης ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. στη νέα Βουλή, ασχέτως της προεκλογικής ρητορικής που αναπτύσσεται. Ειδικά από την πλευρά του, ο κ. Τσίπρας εμφανίζεται αναγκασμένος να αποκηρύσσει σε αυτήν τη φάση κάθε σενάριο συνεργασίας με τη Ν.Δ., πρώτον, για να μη δεχτεί την εξ αριστερών επίθεση του κόμματος του κ. Λαφαζάνη, που καραδοκεί για να τον ταυτίσει με τις «φιλελεύθερες θέσεις», και, δεύτερον, για να μην αναζωπυρωθούν νέες εντάσεις και εντός του (ήδη σοβαρά λαβωμένου) ΣΥΡΙΖΑ από ένα ισχυρό τμήμα στελεχών (όπως η ομάδα των «53») που τηρεί στάση ανοχής και αναμονής.
Σε αντίθεση με τη Ν.Δ., που λόγω συνθηκών ξεδιπλώνει με μεγαλύτερη άνεση τη στρατηγική των συνεργασιών, ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στο θέμα αυτό εγκλωβισμένος. Στην αρχή προέτασσε τη γραμμή της αυτοδυναμίας ή της συνέχισης της συνύπαρξης με τους ΑΝ.ΕΛ., αλλά, όπως έδειξαν οι δημοσκοπήσεις, αυτό δημιούργησε συνθήκες απομόνωσής του μέσα στο εκλογικό σώμα. Ετσι, στη συνέχεια υιοθετήθηκε νέα γραμμή για τη δυνατότητα συνεργασίας, εκτός από το Ποτάμι, και με το ΠΑΣΟΚ, αλλά δίχως τα «βαρίδια», όπως χαρακτηρίστηκαν οι Ευ. Βενιζέλος και Ανδρ. Λοβέρδος. Στην πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ άρχισε να διολισθαίνει σε πιο διαλλακτικές θέσεις προκειμένου να προετοιμάσει το έδαφος για τις εξελίξεις της επόμενης ημέρας και να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της κεντροαριστερής μετατόπισής του.
Ορισμένοι, με αρκετή δόση πολιτικής κακεντρέχειας, υποστηρίζουν ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ βιώνει μια κατάσταση ανάλογη με τις παραμονές του δημοψηφίσματος. Οπως τότε δεν επιθυμούσε (όπως άλλωστε αποκάλυψε και ο Γ. Βαρουφάκης) τη νίκη ή έστω τη μεγάλη νίκη του «Οχι», για να προχωρήσει ευκολότερα σε συμφωνία με τους δανειστές, έτσι και τώρα δεν θέλει να έχει το βράδυ της Κυριακής άλλες επιλογές πέραν της συνεργασίας με τη Ν.Δ. Εφόσον οι αριθμητικοί συσχετισμοί είναι τέτοιοι και με απαγορευτική κάθε σκέψη για νέες εκλογές, ο κ. Τσίπρας θα μπορέσει να επιβάλει ως μονόδρομο τη συνεννόηση με τον μεγάλο πολιτικό αντίπαλό του…
Το σενάριο αυτό δείχνει έως τώρα να ευνοείται και από τις δημοσκοπικές τάσεις. Ακόμη και στις μετρήσεις που ο ΣΥΡΙΖΑ προηγείται, το προβάδισμα αυτό είναι πια πολύ μικρό και -το κυριότερο- το ποσοστό του δεν ξεπερνά και με τις αναγωγές το 27%-29%. Ενα τέτοιο ποσοστό σε έδρες μεταφράζεται περίπου στις 122 -127, συμπεριλαμβανομένων και των 50 του μπόνους. Την ίδια ώρα η διαφαινόμενη καθίζηση του Ποταμιού του κ. Θεοδωράκη δυσκολεύει, αν δεν καθιστά πλήρως αδύνατο, τον σχηματισμό ακόμη και της οριακής πλειοψηφίας των 151 εδρών μαζί με το ΠΑΣΟΚ. Αλλωστε, και το ΠΑΣΟΚ δεν φαίνεται διατεθειμένο να συμπράξει σε ένα μετεκλογικό κυβερνητικό σχήμα δίχως τη συμμετοχή και της Ν.Δ. Γι’ αυτό και τονίζει διαρκώς την ανάγκη για κυβέρνηση «ευρείας συνεργασίας».
Πέραν των τεχνικών αυτών δυσκολιών, η δημιουργία κυβερνητικού σχήματος που θα στηρίζεται σε μια εύθραυστη πλειοψηφία ενέχει και σοβαρούς πολιτικούς κινδύνους για την ψήφιση των εφαρμοστικών νόμων του νέου Μνημονίου κατά το προσεχές διάστημα. Οταν υπάρχει το προηγούμενο της διαρροής 47 βουλευτών πριν από μερικές εβδομάδες και της εντυπωσιακής διάσπασης, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει -το αντίθετο μάλιστα- ότι ορισμένα και από τα μέλη της νέας Κοινοβουλευτικής Ομάδας θα διαφοροποιηθούν όταν φθάσει η στιγμή να ψηφιστούν επώδυνα νομοθετήματα.
Τα σχέδια Μεϊμαράκη για την επόμενη μέρα
Τι θα συμβεί στην περίπτωση που πρώτο κόμμα έρθει η Ν.Δ.; Οι τελευταίες δηλώσεις του κ. Μεϊμαράκη (ο οποίος στο debate προθυμοποιήθηκε μέχρι και να επισκεφθεί τον κ. Τσίπρα στην Κουμουνδούρου) δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι θα στραφεί για συνεργασία στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δίχως να αφήσει εκτός κυβερνητικής στέγης και τους άλλους δύο μικρότερους «ευρωπαϊκούς» εταίρους, το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ. Στον ΣΥΡΙΖΑ είναι πάντως αρκετοί εκείνοι που τάσσονται από τώρα εναντίον μιας τέτοιας σύμπραξης και υποστηρίζουν ότι είναι προτιμότερο να παραμείνουν στην αντιπολίτευση, να ανασυνταχθούν και, έχοντας καταλάβει τον χώρο της Κεντροαριστεράς, να διεκδικήσουν σε επόμενη φάση την επάνοδό τους στην εξουσία. Μένει να φανεί φυσικά η δυναμική του ίδιου του εκλογικού αποτελέσματος το βράδυ της Κυριακής, σε συνδυασμό πάντα και με τα «τελεσίγραφα» των δανειστών οι οποίοι αξιώνουν να προχωρήσει η εφαρμογή του νέου Μνημονίου με ευρεία συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων, έστω και αν αυτό τις καθιστά αναλώσιμες, όπως έχει διαπιστωθεί καθαρά την τελευταία πενταετία.

