Οταν στο ΔΝΤ τον περασμένο Μάρτιο την εξέλεγαν για μια δεύτερη πενταετή θητεία ως επικεφαλής του Ταμείου, γνώριζαν ότι εκκρεμούσε η παραπομπή της σε δίκη. O λόγος, βέβαια, για την εκδίκαση της υπόθεσης διαφθοράς με πρωταγωνιστές τον Νικολά Σαρκοζί και τον επιχειρηματία Μπερνάρ Ταπί, που επωφελήθηκε από την απόφαση της τότε υπουργού Οικονομικών Κριστίν Λαγκάρντ να μην προσβάλει -όπως μπορούσε- τη ζημιογόνο για το γαλλικό δημόσιο απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου.
Η έφεσή της κατά της απόφασης της γαλλικής Δικαιοσύνης (τον περασμένο Δεκέμβριο) να την παραπέμψει για «αμέλεια στη διαχείριση δημοσίου χρήματος» απερρίφθη χθες. Και έτσι η Λαγκάρντ θα καθίσει στο εδώλιο, παρ’ όλες τις επικοινωνιακές πιέσεις που το τελευταίο διάστημα ασκεί προκειμένου να τερματιστεί η δικαστική παραπομπή αλλά και την απόπειρά της να επιρρίψει την πλήρη ευθύνη για το σκάνδαλο στον Σαρκοζί, υποστηρίζοντας ότι έδρασε κατ’ εντολήν του.
Χωρίς να διευκρινίζεται τι θα συμβεί έως ότου τελεσιδικήσει η δικαστική διαδικασία, το διοικητικό συμβούλιο του ΔΝΤ ανακοίνωσε ότι συνεχίζει να έχει εμπιστοσύνη στην Κριστίν Λαγκάρντ και στην ικανότητά της να επιτελέσει τα καθήκοντά της αποτελεσματικά «μετά» την εκδίκαση της υπόθεσής της.
Η υπόθεση Ταπί άρχισε ξεδιπλώνεται το 1993, όταν ο πρώην ιδιοκτήτης της Adidas, που είχε διατελέσει υπουργός της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Φρανσουά Μιτεράν, προσέφυγε στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας πως υπήρξε θύμα απάτης, καθώς το μερίδιό του στην εταιρία αθλητικών ειδών που είχε πουλήσει στην κρατικής ιδιοκτησίας τράπεζα Credit Lyonnais μεταπωλήθηκε σε πολύ υψηλότερο τίμημα, και διεκδικώντας τη διαφορά.
Αλλά ήταν το 2007, χρονιά κατά την οποία εξελέγη πρόεδρος ο κεντροδεξιός Νικολά Σαρκοζί, τον οποίο ο Ταπί είχε μάλιστα στηρίξει δημόσια (αλλάζοντας «αιφνιδιαστικά» ιδεολογικό στρατόπεδο), που η υπόθεση έκλεισε με ευνοϊκό τρόπο για τον επιχειρηματία: Η Λαγκάρντ ως υπουργός Οικονομικών επέτρεψε να παραπεμφθεί η υπόθεση σε διαιτητικό δικαστήριο. Επιπλέον, όταν το τελευταίο έβγαλε το 2008 μια εξαιρετικά θετική απόφαση για τον Ταπί -του επιδίκασε αποζημίωση 403.000.000 ευρώ-, δεν την προσέβαλε και επέτρεψε να ζημιωθεί το δημόσιο.


