Κλιμακώνουν οι αγρότες, σκληραίνει η γραμμή της κυβέρνησης
Σε νέα φάση κλιμάκωσης περνούν οι αγροτικές κινητοποιήσεις, καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη το κλείσιμο εθνικών οδών και παρακαμπτήριων δρόμων σε ολόκληρη τη χώρα. Σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες από τους ίδιους τους αγρότες, οι αποκλεισμοί δεν θα περιοριστούν σε 48 ώρες, αλλά θα διαρκέσουν συνολικά τέσσερις ημέρες, ανεβάζοντας κατακόρυφα την ένταση και δοκιμάζοντας τις αντοχές τόσο της κοινωνίας όσο και των κρατικών μηχανισμών.

Σύμφωνα με πληροφορίες του dimokratia.gr, κλειστά για 96 ώρες θα παραμείνουν εθνικό δίκτυο και παράδρομοι στο Κάστρο Βοιωτίας.

Την ίδια στιγμή, δυνάμεις των ΜΑΤ περιμένουν την αντίδραση των αγροτών της Θήβας, αφού η γενική τους συνέλευση συνεδριάζει στις 14.00.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατοπίσει το βάρος της συζήτησης από τα αδιέξοδα που βιώνει ο αγροτικός κόσμος, υιοθετώντας σκληρή ρητορική περί «τάξης και νομιμότητας» και προειδοποιώντας ότι «δεν θα επιτρέψουμε να κοπεί η χώρα στα δύο».
Αντί να απαντήσει επί της ουσίας στα αιτήματα των αγροτών, κυβερνητικά στελέχη χωρίζουν τη διαχείριση της κρίσης σε δύο σκέλη, με το πρώτο να αφορά τη Δικαιοσύνη, την οποία επικαλούνται για να νομιμοποιήσουν την πίεση και την καταστολή, μιλώντας για «σημαντικά ποινικά αδικήματα αναλόγως με τη διαβάθμιση σε βάρος της κοινωνίας, σε βάρος κρίσιμων λειτουργιών». Με αυτόν τον τρόπο, οι κινητοποιήσεις των αγροτών παρουσιάζονται περίπου ως απειλή και όχι ως κραυγή αγωνίας ανθρώπων που βλέπουν το εισόδημα και το μέλλον τους να καταρρέουν.

Στο πολιτικό σκέλος, η κυβέρνηση επιλέγει να εμφανίζεται ως δήθεν προστάτης της «σιωπηλής πλειοψηφίας», υποστηρίζοντας ότι «Είμαστε κυβέρνηση όλων των Ελλήνων» και ότι, αφού «οι πληρωμές έγιναν και τα μέτρα υλοποιούνται», δεν μπορεί –όπως λέει– να επιτρέψει την ταλαιπωρία των πολλών.
Την ίδια στιγμή, όμως, παραδέχεται εμμέσως ότι τα μέτρα αυτά δεν πείθουν τους ίδιους τους αγρότες, καθώς συνοδεύει τη στάση της με προειδοποιήσεις και αδιέξοδα, τονίζοντας πως «Κανείς δεν θέλει τη σύγκρουση», ενώ στην πράξη ανεβάζει τους τόνους και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αστυνομικών παρεμβάσεων.

Η επίκληση του ότι «δεν υπάρχουν αρχές αστυνομικές πουθενά που να έχουν καταφέρει να ρυμούλκησουν 4.000- 5.000 τρακτέρ» περισσότερο αποτυπώνει αδυναμία διαλόγου παρά πραγματική διάθεση συνεννόησης.
Σε αυτό το κλίμα, το επιχειρησιακό βάρος μεταφέρεται στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, και στην Ελληνική Αστυνομία, που καλούνται να αποφασίσουν πότε και πώς θα επέμβουν, σε συνεργασία με τη Δικαιοσύνη, όταν –κατά την εκτίμηση της κυβέρνησης– «ξεπερνιούνται τα όρια». Κυβερνητικές πηγές μιλούν για παρεμβάσεις «με τον καλύτερο δυνατό τρόπο», ωστόσο για τους αγρότες αυτό μεταφράζεται σε απειλές προστίμων, διώξεων και καταστολής, αντί για ουσιαστικές λύσεις.

Παράλληλα, από το Μέγαρο Μαξίμου καλλιεργείται το αφήγημα ότι στα μπλόκα «παρεισφρύουν» άτομα που δεν σχετίζονται με τα αιτήματα του αγροτικού κόσμου. Με χαρακτηρισμούς που προκαλούν οργή, κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν ότι «Στους πολλούς που ζητάνε για τον κλάδο τους παρεισφρύουν και κάποιοι που είτε τους “κόπηκε το πάρτι”, είτε είναι μπαταχτσήδες», επιχειρώντας να απαξιώσουν συνολικά έναν αγώνα που αφορά την επιβίωση χιλιάδων οικογενειών στην ύπαιθρο.
Παρότι η κυβέρνηση δηλώνει ότι θα κινηθεί χωρίς «ακρότητες» και χωρίς να «ρίξει νερό στο μύλο» της έντασης, στην πράξη θέτει ως προϋπόθεση για διάλογο την αποχώρηση των τρακτέρ από τους δρόμους, ζητώντας από τους αγρότες να εγκαταλείψουν το μοναδικό μέσο πίεσης που διαθέτουν. Ως άλλοθι, επικαλείται τη συνάντηση των εκπροσώπων των λαϊκών αγορών με τον υπουργό Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωράκο, παρουσιάζοντάς την ως παράδειγμα «επιτυχούς διαλόγου», με κυβερνητικές πηγές να επιμένουν ότι «βρέθηκε λύση έπειτα και από ουσιαστικό διάλογο με το υπουργείο».

Οι ίδιες πηγές σπεύδουν να τονίσουν ότι «χωρίς ακρότητες ολοκληρώθηκε ο διάλογος», επιχειρώντας να συγκρίνουν ανόμοιες καταστάσεις και να μεταφέρουν την ευθύνη της έντασης αποκλειστικά στους αγρότες. Το επόμενο διάστημα, πάντως, προμηνύεται ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς η απόφαση για τετραήμερους αποκλεισμούς αναδεικνύει το βάθος της αγανάκτησης στην ύπαιθρο και φέρνει στο προσκήνιο το πραγματικό ερώτημα: αν η κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να ακούσει ουσιαστικά ή αν θα συνεχίσει να απαντά με απειλές και επικοινωνιακές ταμπέλες.

