Η ορθόδοξη κοινότητα της Αθήνας, του Παλαιού Ημερολογίου, αναβίωσε στην περιοχή του Πολυγώνου τη δική της παράδοση σε κλίμα κατάνυξης
Σε μια ήσυχη γωνιά της περιοχής του Πολυγώνου η αιθιοπική κοινότητα της Αθήνας έδωσε το δικό της ξεχωριστό στίγμα στο εορταστικό τοπίο της πόλης. Οι ορθόδοξοι Αιθίοπες που μένουν μόνιμα στην πρωτεύουσα ακολουθούν το Παλαιό Ημερολόγιο και γιόρτασαν τα Χριστούγεννα χθες, 7 Ιανουαρίου, μεταφέροντας για λίγες ώρες στο κέντρο της πρωτεύουσας εικόνες, ήχους και βιώματα που παραπέμπουν στην καρδιά της Αφρικής.
- Από την Ιωάννα Τσέφλιου
Από νωρίς το απόγευμα της παραμονής, ανήμερα τα Θεοφάνια για το Νέο Ημερολόγιο, δεκάδες πιστοί άρχισαν να καταφθάνουν στον μικρό ναό της οδού Μπόχαλη. Τυλιγμένοι με λεπτά, κατάλευκα υφάσματα, γνωστά ως νέτελα, σχημάτιζαν ένα ενιαίο, φωτεινό σύνολο στα σκαλιά και στο εσωτερικό της εκκλησίας.

Το λευκό κυριαρχούσε παντού, όχι μόνο ως ενδυματολογική επιλογή αλλά και ως συμβολική αναφορά στην αγνότητα, στη χαρά και την πνευματική αναγέννηση που συνοδεύει τη γιορτή της Γέννησης. Η φιλοξενία της κοινότητας ήταν εμφανής σε κάθε λεπτομέρεια. Οι επισκέπτες που επέλεξαν να παρακολουθήσουν τη λειτουργία έγιναν δεκτοί χωρίς διακρίσεις, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις τούς προσφέρθηκε η ίδια λευκή ενδυμασία, ώστε να συμμετέχουν ισότιμα στη μυσταγωγία της βραδιάς. Η εμπειρία δεν περιοριζόταν στην απλή παρακολούθηση – στόχος ήταν η βίωση.
Η ατμόσφαιρα μέσα στον ναό ήταν βαθιά κατανυκτική. Οι πιστοί εισέρχονταν χωρίς παπούτσια, στέκονταν ή γονάτιζαν για ώρες και προσεύχονταν χαμηλόφωνα μέχρι αργά τη νύχτα. Η λειτουργία ξεκίνησε από το απόγευμα της παραμονής και διήρκεσε έως τις πρώτες πρωινές ώρες, διατηρώντας αμείωτη την ένταση και τη συμμετοχή όλων, ακόμη και των παιδιών που έπαιρναν ενεργό ρόλο στη χορωδία.

Παρουσία
Οπως εξηγεί στη «δημοκρατία» ο πατέρας Αγγελος, υπεύθυνος της Αρχιεπισκοπής των ορθοδόξων από την Αιθιοπία, η οργανωμένη παρουσία της κοινότητας στην Ελλάδα ξεκίνησε το 1989. «Υπήρχαν πιστοί και νωρίτερα, όμως η λειτουργική ζωή δεν είχε σταθερή δομή. Από εκείνη την περίοδο και μετά, με συνεννόηση και συνεργασία των εκκλησιαστικών Αρχών, αποκτήσαμε πιο συστηματική παρουσία» σημειώνει.
Σήμερα, οι λειτουργίες τελούνται κάθε Κυριακή και σε μεγάλες θρησκευτικές εορτές, στο μέτρο που το επιτρέπουν οι συνθήκες της καθημερινότητας. «Οι περισσότεροι εργάζονται πολλές ώρες και δεν είναι εύκολο να συγκεντρωνόμαστε συχνά. Γι’ αυτό οι μεγάλες γιορτές αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα» εξηγεί, ενώ προσθέτει πως για όσους ζουν μακριά από την πατρίδα τους η πίστη λειτουργεί ως σταθερό σημείο αναφοράς. «Οταν βρίσκεσαι σε ξένη χώρα, αφήνεις πίσω πολλά. Αυτό που κουβαλάς μαζί σου είναι η παράδοση και η πίστη σου. Εκεί επιστρέφουν το μυαλό και η καρδιά» τονίζει.

Ο ίδιος περιγράφει τη λειτουργία και ως προσωπική εμπειρία μνήμης και ταυτότητας. «Καθώς λειτουργώ, σκέφτομαι τη χώρα μου, τους γονείς μου, όλα όσα άφησα πίσω. Τα συναισθήματα είναι κοινά για όλους όσοι ξενιτεύονται. Παλεύουμε μόνοι μας, αλλά δεν είμαστε αποκομμένοι» υπογραμμίζει, φανερά συγκινημένος. Η συγκέντρωση της κοινότητας, όπως αναφέρει, έχει και κοινωνική διάσταση. «Είναι ανακουφιστικό να συναντιόμαστε, να μοιραζόμαστε εμπειρίες και αναμνήσεις. Διατηρούμε το δικό μας Πατριαρχείο σε συνεργασία με την Ελληνική Εκκλησία και ακολουθούμε το Παλαιό Ημερολόγιο» διευκρινίζει στη «δημοκρατία». Για τους πιστούς, οι ημέρες αυτές δεν είναι απλώς εορταστικές, αλλά μια ευκαιρία επανασύνδεσης με τις ρίζες τους, μέσα από έναν τρόπο λατρείας που ενώνει την Αφρική με την Ορθοδοξία, στο κέντρο της Αθήνας.

