Στα άκρα φτάνει η αντιπαράθεση μεταξύ της κυβέρνησης και των αγροτών, με τους τελευταίους να απορρίπτουν την πρόταση για διάλογο και να προειδοποιούν για ενδεχόμενη κλιμάκωση των κινητοποιήσεών τους. Χθες, οι αγρότες από τη Λάρισα, την Καρδίτσα και τη Σιάτιστα, που συμμετείχαν στην Πανελλαδική Επιτροπή, αποφάσισαν να μην παραστούν στη συνάντηση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Παρά την αρχική αποδοχή της πρόσκλησης, οι εκπρόσωποι των αγροτών αποφάσισαν να επιμείνουν στην άρνησή τους, εντείνοντας τις κινητοποιήσεις τους. Το «όχι» στη συνάντηση με τον Πρωθυπουργό ήταν σαφές και καθοριστικό για τις εξελίξεις, με το Συντονιστικό όργανο να συνεχίζει να αρνείται τη διάθεση για διάλογο με την κυβέρνηση, καταγγέλλοντας την προσχηματικότητα της πρόσκλησης.
Η κυβέρνηση αντέδρασε με αλαζονεία, χαρακτηρίζοντας «προσχηματική» την αρχική αποδοχή της πρόσκλησης για διάλογο. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, οι εκπρόσωποι των μπλόκων φέρονται να είχαν άλλες προθέσεις, οι οποίες δεν αφορούσαν στην ικανοποίηση των δίκαιων αιτημάτων του αγροτικού κόσμου. «Όποιος πιστεύει στο δίκαιο των αιτημάτων του και σε κάποια λύση, προσέρχεται στο διάλογο», υπογράμμισαν.
Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση αρνείται να δεχτεί οποιονδήποτε όρο που να αποδεικνύει την πραγματική πρόθεση για επίλυση του προβλήματος και την κάθοδο των αγροτών σε διάλογο.
Οι αγρότες, παρόλο που άφησαν ανοιχτό το παράθυρο για μια ενδεχόμενη αλλαγή στάσης υπό αυστηρούς όρους, φαίνεται να επιμένουν στις αποφάσεις τους.
Από τη μεριά τους, οι αγρότες που προέρχονται από τη διαχωρισμένη επιτροπή της Πανελλαδικής Επιτροπής, οι οποίοι και είχαν διαφοροποιηθεί από την πλειοψηφία, είναι οι μόνοι που αναμένονται να μεταβούν στο Μέγαρο Μαξίμου, επικαλούμενοι την ανάγκη ενός ουσιαστικού διαλόγου με την κυβέρνηση.
Η κατάσταση, ωστόσο, δείχνει να κλιμακώνεται, με την κυβέρνηση να εμφανίζεται εκνευρισμένη και να κατηγορεί μια μικρή ομάδα αγροτών για την αποτυχία του διαλόγου. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος επέστρεψε από τη Μαδρίτη αργά χθες το βράδυ, εμφανίζεται ιδιαίτερα ενοχλημένος από την εξέλιξη. Σύμφωνα με κυβερνητικούς κύκλους, τόσο ο ίδιος όσο και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης είχαν εξαντλήσει κάθε περιθώριο συνεννόησης με τους εκπροσώπους των αγροτών.
Οι όροι της συνάντησης
Η συνάντηση είχε αρχικά συμφωνηθεί να γίνει με δύο επιτροπές, όπως ζήτησε το Μέγαρο Μαξίμου, και η κυβέρνηση πρότεινε τη μείωση των αριθμών από 25 συν 10 σε 20 άτομα ανά επιτροπή. Οι αγρότες, ωστόσο, ανέφεραν ότι αυτή η κίνηση δεν είχε στόχο τη λύση των αιτημάτων τους, αλλά την προσπάθεια της κυβέρνησης να διαιρέσει το αγροτικό κίνημα και να επιβάλει όρους που δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες τους.
Η κυβέρνηση, μέσω του εκπροσώπου της Παύλου Μαρινάκη, έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι δεν δέχεται τελεσίγραφα και ότι οι όροι της συνάντησης δεν θα αλλάξουν. Μετά την απόφαση των αγροτών να απορρίψουν τη συνάντηση, άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο για συνέχιση και κλιμάκωση των κινητοποιήσεων, ακόμα και με την έξοδο των τρακτέρ στους δρόμους της Αθήνας. Η κυβέρνηση αντέδρασε αμέσως, χαρακτηρίζοντας την αποτυχία του διαλόγου ως υπαιτιότητα μιας μικρής μειοψηφίας και καταγγέλλοντας τους αγρότες για προσπάθεια χρησιμοποίησης του αγώνα τους ως μέσο για προσωπικές ή εξωθεσμικές επιδιώξεις.
Σύμφωνα με κυβερνητικά στελέχη, σε περίπτωση που η κατάσταση κλιμακωθεί, το επόμενο βήμα φαίνεται να είναι η εφαρμογή του «Plan B», το οποίο περιλαμβάνει την επιβολή ποινικών, αστικών και διοικητικών ποινών σε όσους αγρότες συμμετέχουν σε επεισόδια ή παραβιάζουν τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.
Η αντίδραση της κυβέρνησης μοιάζει να είναι καθαρά εκβιαστική, με στόχο την υποταγή των αγροτών στις δικές της πολιτικές και αποφάσεις. Ο αγροτικός κόσμος, ωστόσο, φαίνεται αποφασισμένος να μην υποχωρήσει, τονίζοντας τη δικαιοσύνη των αιτημάτων του και τη βούλησή του για μια ουσιαστική λύση μέσα από διάλογο και όχι μέσω εκβιασμών.

