Η υποχρεωτική μετάβαση από την 1η Ιανουαρίου 2026 έχει ξεσηκώσει τον κλάδο, ο οποίος καταγγέλλει βίαιο σχεδιασμό, χωρίς διάλογο και τις αναγκαίες υποδομές, ενώ κατηγορεί τον Κυρανάκη ότι άλλα έλεγε αρχικά και άλλα εφαρμόζει σήμερα
- Από την
Ιωάννα Τσέφλιου
Κλιμακώνονται οι κινητοποιήσεις των οδηγών ταξί σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, με αιχμή του δόρατος την υποχρεωτική μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση από την 1η Ιανουαρίου 2026. Ενας σχεδιασμό που, όπως καταγγέλλει ο κλάδος, επιχειρείται βίαια, χωρίς τις αναγκαίες υποδομές, χωρίς επαρκείς εξαιρέσεις και χωρίς ουσιαστικό διάλογο. Οι επαγγελματίες οδηγοί μιλούν πλέον ανοιχτά για εξαπάτηση και εμπαιγμό, ενώ κατηγορούν την κυβέρνηση -και προσωπικά τον αναπληρωτή υπουργό Μεταφορών- ότι άλλα έλεγε αρχικά και άλλα εφαρμόζει σήμερα.
Ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης υποστηρίζει πως οι επαγγελματίες του κλάδου «δεν έχουν ουσιαστικά κίνητρα» και πως το πρόβλημα της ηλεκτροκίνησης αφορά μόλις 270 ταξί πανελλαδικά, ισχυρισμός που διαψεύδεται κατηγορηματικά από τους ίδιους τους οδηγούς. Σύμφωνα με τα σωματεία, τα οχήματα που επηρεάζονται είναι πολλαπλάσια, τόσο στην Αθήνα όσο και στη Θεσσαλονίκη, ενώ δεκάδες επαγγελματίες βρίσκονται ήδη «στον αέρα», με αυτοκίνητα που δεν μπορούν να ταξινομηθούν ή να χρησιμοποιηθούν. Η πραγματικότητα, όπως τη βιώνουν καθημερινά, απέχει δραματικά από την εικόνα που παρουσιάζει το υπουργείο.
Η υπόθεση θυμίζει έντονα το φιάσκο της απολιγνιτοποίησης: αποφάσεις βιαστικές, επιβολή χρονοδιαγραμμάτων χωρίς σχέδιο και κοινωνικές ομάδες που καλούνται να πληρώσουν το κόστος μιας «πράσινης μετάβασης» μόνο στα χαρτιά. Σε μια χώρα χωρίς επαρκές δίκτυο φορτιστών, χωρίς πρόβλεψη για φόρτιση σε πιάτσες, η υποχρεωτικότητα μετατρέπεται σε οικονομική θηλιά.
Χαρακτηριστική είναι η παρέμβαση της προέδρου Περιφερειακού Συμβουλίου Ταξί Αττικής, Ολγας Πετράκη, στη «δημοκρατία», περιγράφοντας με ωμό ρεαλισμό την κατάσταση. «Στην αρχή μας έλεγαν ότι η μετάβαση είναι δύσκολη για τη χώρα και ότι τα ταξί θα εξαιρεθούν, ώστε να πάμε σταδιακά στη νέα πραγματικότητα. Τίποτα δεν τηρήθηκε. Ο κ. Κυρανάκης προσπαθεί να μπερδέψει τον κόσμο, είναι ψεύτης. Οσες ταξινομήσεις οχημάτων έγιναν μέχρι τις 31/12/2025 έχουν άδεια για τα επόμενα 15 χρόνια. Ομως όσες ταξινομήσεις γίνονται από 1/1/2026 πρέπει να αφορούν όχημα μηδενικών ρύπων, δηλαδή ηλεκτρικό. Υπάρχουν περιπτώσεις συναδέλφων που ξεκίνησαν τις διαδικασίες ταξινόμησης τον Δεκέμβριο κι επειδή υπολειτουργούσαν τα υπουργεία εν όψει Χριστουγέννων, δεν πρόλαβαν, άρα είναι σε αδιέξοδο αυτή τη στιγμή, με αυτοκίνητα που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν» εξηγεί και συνεχίζει:
«Μιλάει ο κ. Κυρανάκης για 270 οχήματα, αλλά η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική. Πρόβλημα αποτελεί και το γεγονός ότι, αν ένα όχημα αυτή τη στιγμή εμπλακεί σε τροχαίο και βγει άχρηστο, ο επαγγελματίας πρέπει να το αντικαταστήσει με ηλεκτρικό. Είχαμε ζητήσει να συμπεριληφθεί στις εξαιρέσεις, αλλά δεν έχουμε εισακουστεί».

«Μας εμπαίζουν»
Η ίδια κάνει λόγο και για μία επιδότηση που είχε ανακοινωθεί το 2022 κι αφορούσε 2.000 οχήματα, όμως τελικά την έλαβαν μόλις 190 οδηγοί, με τα κονδύλια για τα υπόλοιπα να «εξαφανίζονται».
Διευκρινίζει μάλιστα πως, ενώ στην Ευρώπη η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση μετατίθεται για το 2035, η Ελλάδα σπεύδει να την επιβάλει άμεσα, χωρίς καμία υποδομή: «Η μοναδική χώρα που ζητάει με το έτσι θέλω να μπούμε σε αυτό το καθεστώς τώρα. Μας εμπαίζουν. Είναι υποχρεωμένο το κράτος να βάλει φορτιστές στις πιάτσες, εφόσον δεν μας δίνεται η δυνατότητα να βάλουμε σε πολυκατοικίες. Πού θα φορτίσω; Αν έχω συνέταιρο στο ταξί, τι θα του πω; Φόρτισε εσύ 8 ώρες; Θα χάσει το μεροκάματο».
Η κυρία Πετράκη προσθέτει ότι οι εγγυήσεις των μπαταριών δεν καλύπτουν τις ανάγκες ενός επαγγελματία. «Η αντιπροσωπία λέει “σου δίνω 8 χρόνια εγγύηση για την μπαταρία ή μέχρι τα 160.000 χλμ”. Για έναν επαγγελματία αυτά τα χιλιόμετρα αντιστοιχούν σε 1,5 χρόνο δουλειάς. Και η αντικατάσταση μπαταρίας κοστίζει σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και 30.000 ευρώ. Πώς να πάω σε μετάβαση, αν όλα είναι εναντίον μου; Πάει ο Κυρανάκης να μας βγάλει εγκληματίες, ντροπή του» υπογραμμίζει και καταλήγει: «Είμαστε ανοιχτοί σε διάλογο, όχι σε έναν μονόλογο του “αποφασίζω και διατάζω”».
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο πρόεδρος του ΣΑΤΑ Θύμιος Λυμπερόπουλος, ο οποίος κατηγορεί ευθέως την πολιτική ηγεσία ότι επιχειρεί να διαλύσει τον κλάδο. «Οι δηλώσεις Κυρανάκη δεν είναι απλώς προκλητικές, εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα που θέλουν να δουν τα ταξί εκτός αγοράς» σημειώνει, κάνοντας σαφές πως η ηλεκτροκίνηση, όπως εφαρμόζεται, είναι εργαλείο εξόντωσης των μικρών επαγγελματιών.
Σειρά αιτημάτων για τα οποία ζητούν λύσεις και εισπράττουν δικαιολογίες
Ανεξάρτητα από την ηλεκτροκίνηση, οι οδηγοί ταξί θέτουν μια σειρά κρίσιμων αιτημάτων, καταγγέλλοντας ότι το υπουργείο Μεταφορών δεν δίνει λύσεις, δεν δεσμεύεται γραπτώς και εμπαίζει έναν ολόκληρο κλάδο. Ζητούν σαφές πλαίσιο για τον διαχωρισμό ταξί και ΕΙΧ με οδηγό, πάταξη του αθέμιτου ανταγωνισμού από πολυεθνικές πλατφόρμες, δικαίωμα χρήσης των λεωφορειολωρίδων, δίκαιη φορολογική μεταχείριση και ουσιαστική ενημέρωση για το περιβόητο «ερανιστικό» νομοσχέδιο που εδώ και χρόνια εξαγγέλλεται, αλλά δεν έρχεται ποτέ.
Ιδιαίτερη ένταση προκαλεί και το ζήτημα του ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης. Οπως επισημαίνει ο Θύμιος Λυμπερόπουλος (φωτό), πρόκειται για μοναδική απαίτηση σε ολόκληρο το φάσμα των επαγγελμάτων. «Δεν έχει γίνει αποδεκτή η αλλαγή του ποινικού μητρώου στην πρότερη μορφή γενικής χρήσης, παραμένει η δικαστική χρήση και αυτό είναι μέγιστο πρόβλημα επιβίωσης για πολλούς συναδέλφους. Οδηγοί και ιδιοκτήτες με 15 και 20 χρόνια προϋπηρεσίας κινδυνεύουν να χάσουν την άδειά τους, ακόμη και για παλιά πλημμελήματα. Αυτό δεν είναι ρύθμιση, είναι αποκλεισμός από την κυβέρνηση» τονίζει ο πρόεδρος του ΣΑΤΑ στη «δημοκρατία», κάνοντας λόγο για συνειδητή επιλογή να μειωθούν οι επαγγελματίες ταξί προς όφελος εταιριών ιδιωτικών συμφερόντων.
Αλλά και η Όλγα Πετράκη συνοψίζει το κλίμα οργής και αποφασιστικότητας: «Υστερα από όσα ακούσαμε δεν υπάρχει χώρος για σιωπή. Η λάσπη και τα ψέματα δεν θα περάσουν. Ζητάμε το αυτονόητο: λύσεις, όχι δικαιολογίες. Είναι ζήτημα αξιοπρέπειας αλλά και επιβίωσης».
Οι κινητοποιήσεις, όπως όλα δείχνουν, θα συνεχιστούν, μέχρι ο διάλογος να γίνει πραγματικός και όχι προσχηματικός.

