Νέα, κρίσιμα ερωτήματα για τα πραγματικά αίτια της φονικής έκρηξης στη μπισκοτοβιομηχανία «Βιολάντα» στα Τρίκαλα, που κόστισε τη ζωή σε πέντε εργαζόμενες γυναίκες, έρχονται στο προσκήνιο μέσα από την παρέμβαση ενός ανθρώπου με βαρύνουσα θεσμική και επιστημονική εμπειρία. Ο αντιπύραρχος Δημήτρης Λιότσιος, ο αξιωματικός της Πυροσβεστικής που είχε συντάξει το πόρισμα-κλειδί για τη φωτιά στο Μάτι, φωτίζει μια έως τώρα λιγότερο διερευνημένη παράμετρο: τις ενδεχόμενες επιπτώσεις της κακοκαιρίας «Ντάνιελ» στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου και ειδικότερα στο δίκτυο υγραερίου.
Σε μια αναλυτική και τεχνικά τεκμηριωμένη τοποθέτηση, ο κ. Λιότσιος δεν αμφισβητεί τα ευρήματα περί διαρροής αερίου, αλλά θέτει στο επίκεντρο το ερώτημα αν προηγήθηκαν οι προβλεπόμενοι έλεγχοι ασφαλείας μετά τις εκτεταμένες πλημμύρες του Σεπτεμβρίου 2023, όταν ο ποταμός Ληθαίος υπερχείλισε προκαλώντας σοβαρές ζημιές σε επιχειρήσεις και υποδομές της περιοχής. Η παρέμβασή του προσθέτει μια σοβαρή διάσταση στην υπόθεση, ανοίγοντας τη συζήτηση όχι μόνο για το τι συνέβη τη μοιραία ημέρα της έκρηξης, αλλά και για το αν είχαν ληφθεί όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να αποτραπεί μια τραγωδία που, όπως όλα δείχνουν, εξελισσόταν σιωπηλά επί μήνες.
«Έγιναν στις εγκαταστάσεις ΒΙΟΛΑΝΤΑ οι απαραίτητοι έλεγχοι απο την εταιρεία μετά την κακοκαιρία ΝΤΑΝΙΕΛ;», διερωτάται στην ανάρτησή του και συνεχίζει:
«Η κακοκαιρία Ντάνιελ, τον Σεπτέμβριο του 2023 προκάλεσε βιβλικές καταστροφές στην περιοχή των Τρικάλων με τον ποταμό Ληθαίο να υπερχειλίζει και να πλημμυρίζει κατοικίες και επιχειρήσεις. Οι εγκαταστάσεις της εταιρείας Βιολάντα φαίνεται να είχαν πληγεί από το φαινόμενο, τουλάχιστον στους εξωτερικούς της χώρους. Μία τέτοια συσσώρευση υδάτων και η μακροχρόνια επαφή των εξωτερικών τουλάχιστον υποδομών με στάσιμα και επιφανειακά ύδατα δεν μπορεί να αποκλειστεί πως δύναται να επηρέασαν και τις σωληνώσεις υγραερίου που βρίσκονται εγκατεστημένες τόσο στον εξωτερικό χώρο της επιχείρησης, όσο και στο υπέδαφος».
«Αυτονόητο πως ένας τέτοιος βαθμός διάβρωσης συνιστά σοβαρότατο παράγοντα επικινδυνότητας»
Όπως εξηγεί ο κ. Λιότσιος, η παρατεταμένη έκθεση τους σε υγρασία, σε συνδυασμό και με αλλους παράγοντες, θα πρέπει να ελεγχθεί αν και σε ποιο βαθμό επιτάχυνε φαινόμενα διάβρωσης στα μεταλλικά στοιχεία των σωληνώσεων. «Μία τέτοια διάβρωση εκδηλώνεται σταδιακά με αλλοίωση της επιφανειακής στρώσης, την οξείδωση του βασικού μετάλλου και την τοπική μείωση του πάχους των τοιχωμάτων των σωλήνων. Αυτή η διάβρωση ενδέχεται να υποβαθμίσει την μηχανική αντοχή και την στεγανότητα του δικτύου μεταφοράς υγραερίου με φυσική συνέπεια τον κίνδυνο διαρροών. Είναι αυτονόητο πως ένας τέτοιος βαθμός διάβρωσης συνιστά σοβαρότατο παράγοντα επικινδυνότητας και απαιτεί λεπτομερή έλεγχο της κατάστασης του δικτύου. Οι εικόνα και το εύρος της διάβρωσης των σωληνώσεων στην υπό έρευνα επιχείρηση, συνηγορούν σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο», επισημαίνει στην ανάρτησή του και προσθέτει:
«Εφόσον διαπιστωθεί από το βιβλίο συμβάντων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ότι όντως η επιχείρηση είχε πληγεί από πλημμυρικό φαινόμενο, τότε θα πρέπει να ερευνηθεί αν μετά την υποχώρηση των υδάτων, η εταιρεία εκτέλεσε τους απαραίτητους ελέγχους, όχι μόνο στο επιφανειακό μέρος του δικτύου, αλλά και σε αυτό που βρισκόταν κάτω από την επιφάνεια. Θα πρέπει επίσης να εξακριβωθεί πόσες φορές επαναλήφθηκε αυτός ο έλεγχος (αν και εφόσον πραγματοποιήθηκε έστω μία φορά), καθώς είναι αυτονόητο πως η διαδικασία της διάβρωσης είναι διαρκής, συνεχής και φυσική».
Το συγκεκριμένο ενδεχόμενο θα πρέπει να εξεταστεί ενδελεχώς, σύμφωνα με τον ίδιο, καθώς δύναται να δώσει πιθανές απαντήσεις για τον λόγο τέτοιου εύρους διάβρωσης αλλά και διότι, αν επιβεβαιωθεί θα ενεργοποιήσει μία σειρά ελέγχων και σε άλλες εγκαταστάσεις που μπορεί να έχουν υποστεί παρόμοιες συνθήκες αλλοιώσεων στο δίκτυο τους.

