Οκτώ χρόνια μετά τη φονική πυρκαγιά της 23ης Ιουλίου 2018 στην ανατολική Αττική, οι συγγενείς των 104 θυμάτων και οι επιζώντες εγκαυματίες από το Μάτι επαναφέρουν με έμφαση ένα αίτημα που, όπως επισημαίνουν, αφορά στην ίδια την ιστορική και ηθική αποτύπωση της τραγωδίας: να πάψει να χαρακτηρίζεται «δυστύχημα» και να αναγνωρίζεται ως «έγκλημα».
Με δημόσια ανακοίνωσή του, ο Σύλλογος συγγενών θυμάτων και εγκαυματιών τονίζει ότι ο όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη μεγαλύτερη τραγωδία της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας δεν είναι μια απλή λεκτική επιλογή, αλλά ζήτημα ουσίας. Όπως επισημαίνουν, όταν η πυρκαγιά στο Μάτι αποκαλείται «δυστύχημα», αλλοιώνεται η αιτία θανάτου των ανθρώπων που χάθηκαν, υποβαθμίζονται οι ευθύνες και προσβάλλεται η μνήμη όσων έζησαν την κόλαση εκείνου του απογεύματος, όταν η φωτιά σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά της.
Σύμφωνα με τους ίδιους, ο όρος «δυστύχημα» παρουσιάζει τους νεκρούς ως θύματα τύχης και όχι ως ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας εγκληματικών ενεργειών και παραλείψεων. Υπογραμμίζουν ότι μετά από πολυετή δικαστικό αγώνα αναγνωρίστηκαν ποινικές ευθύνες, γεγονός που, όπως αναφέρουν, καθιστά τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό παραπλανητικό και προσβλητικό.
Στην ανακοίνωσή τους αναφέρουν χαρακτηριστικά: «Η φονική πυρκαγιά της 23ης Ιουλίου 2018 δεν ήταν “δυστύχημα”. Ήταν ένα έγκλημα με ποινικές ευθύνες που αναγνωρίστηκαν μετά από πολυετή δικαστικό αγώνα μας. Η χρήση του παραπλανητικού όρου “δυστύχημα” για την περιγραφή ενός ποινικά αποδεδειγμένου εγκλήματος αλλοιώνει την αλήθεια, υποβαθμίζει τις ευθύνες και προσβάλλει τη μνήμη νεκρών και ζωντανών, παρουσιάζοντάς τους ως θύματα “τύχης” και όχι ως θύματα ανθρώπινων εγκληματικών ενεργειών και παραλείψεων».
«Για τους συγγενείς των νεκρών, αυτή η αλλοίωση παραμορφώνει την αιτία θανάτου»
Οι συγγενείς επισημαίνουν ότι για τις οικογένειες των νεκρών, η λεκτική αυτή μετατόπιση παραμορφώνει την ίδια την αιτία θανάτου των ανθρώπων τους. Για τους εγκαυματίες, που οκτώ χρόνια μετά συνεχίζουν να ζουν με μόνιμες σωματικές και ψυχικές βλάβες, η χρήση του όρου αποτελεί, όπως τονίζουν, μια διαρκή ηθική και ψυχική επιβάρυνση.
Όπως σημειώνεται στην ίδια ανακοίνωση: «Για τους συγγενείς των νεκρών, αυτή η αλλοίωση παραμορφώνει την αιτία θανάτου των ανθρώπων μας. Για τους επιζώντες εγκαυματίες, που ζούμε καθημερινά με μόνιμες σωματικές και ψυχικές βλάβες, αποτελεί συνεχιζόμενη ηθική και ψυχική επιβάρυνση. Η με όποιο τρόπο άμεση και έμμεση υποτίμηση του έχει βαρύ κοινωνικό αντίκτυπο καθώς οδηγεί σε εξωραϊσμό με έμμεση αποποινικοποίηση ευθυνών και δημιουργεί επικίνδυνο προηγούμενο ανοχής εγκληματικών ενεργειών ή και παραλείψεων, ιδίως όταν αυτές οδηγούν σε μαζικούς θανάτους».
Στο ίδιο πλαίσιο, απευθύνουν σαφές αίτημα προς τα μέσα ενημέρωσης για υπεύθυνη και ακριβή αποτύπωση των γεγονότων, με σεβασμό στη μνήμη των θυμάτων και στη βιωμένη πραγματικότητα των επιζώντων:
«Ζητούμε από τα μέσα ενημέρωσης ακριβή, υπεύθυνη και πλήρη αποτύπωση των πραγματικών γεγονότων, με σεβασμό στη μνήμη των νεκρών, στη βιωμένη πραγματικότητα των επιζώντων και τον πόνο των συγγενών. Η αλήθεια δεν είναι θέμα διατύπωσης. Η μνήμη νεκρών και ζώντων δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Επιφυλασσόμαστε ρητώς παντός νομίμου δικαιώματός μας για την προάσπιση της προσωπικότητάς και της μνήμης των θυμάτων μας».



