Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης επανέρχονται τα φαινόμενα σχολικής βίας, εκφοβισμού και πίεσης εντός εκπαιδευτικών μονάδων, με αφορμή τον αιφνίδιο θάνατο καθηγήτριας στη Θεσσαλονίκη, η οποία – σύμφωνα με καταγγελίες – δεχόταν έντονο bullying στον χώρο εργασίας της.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο καθηγητής Μαθηματικών Κώστας Σταυρόπουλος περιέγραψε τις συνθήκες που -όπως υποστηρίζει- βίωσε στο σχολείο όπου υπηρετούσε και τον οδήγησαν τελικά στην παραίτηση.
Ο ίδιος κάνει λόγο για ένα περιβάλλον έντασης και ανασφάλειας, όπου περιστατικά επιθετικότητας αποτελούσαν καθημερινότητα. Όπως ανέφερε, δεχόταν επιθέσεις από μαθητές, ρίψη αντικειμένων, αλλά και απειλητικές συμπεριφορές.
Όπως είπε, στις 25 Οκτωβρίου 2024 κατέθεσε επίσημη αναφορά στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αχαΐας, καταγράφοντας σειρά περιστατικών βίας που, όπως επισημαίνει, είχαν ξεπεράσει κάθε όριο. «Φοβάμαι για τη ζωή μου», δηλώνει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας ότι κατά τη διάρκεια των εφημεριών του στον προαύλιο χώρο δεχόταν ακόμη και πέτρες. Σε ένα από τα πιο σοβαρά περιστατικά, μαθητής φέρεται να εισέβαλε σε συνεδρίαση καθηγητών και να κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του.
Καμία ανταπόκριση από τις αρμόδιες Αρχές
Παρά τις επανειλημμένες αναφορές του, ο εκπαιδευτικός καταγγέλλει ότι δεν υπήρξε ουσιαστική ανταπόκριση από τις αρμόδιες αρχές. Αντίθετα, όπως υποστηρίζει, η κατάσταση αντιστράφηκε εις βάρος του. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι υποβλήθηκαν καταγγελίες εναντίον του από γονείς, ενώ η διεύθυνση του σχολείου τον κατηγόρησε ότι προκαλεί προβλήματα στη λειτουργία του.
Η υπόθεση έφτασε μέχρι και στη Δικαιοσύνη, καθώς τέθηκε ζήτημα για την ψυχική του κατάσταση. Ωστόσο, ο εισαγγελέας έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος περαιτέρω διερεύνησης και η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο.
«Με παρουσίασαν ως επικίνδυνο, στα όρια ψυχιατρικής διαταραχής. Τελικά δεν είμαι τρελός», τονίζει ο ίδιος.
Περιγράφοντας την καθημερινότητά του, ο καθηγητής κάνει λόγο για «μεροκάματο τρόμου», επισημαίνοντας ότι τα περιστατικά παραβατικότητας ήταν σχεδόν καθημερινά, από χρήση ηλεκτρονικού τσιγάρου μέχρι επικίνδυνα παιχνίδια και άρνηση συμμόρφωσης. «Μου πέταξαν πέτρα για να μου ανοίξουν το κεφάλι και η απάντηση ήταν ότι “ζήτησε συγγνώμη”», αναφέρει, καταγγέλλοντας ελλιπή διαχείριση των περιστατικών.
Παρά το γεγονός ότι η υπόθεση δεν προχώρησε εις βάρος του και τέθηκε στο αρχείο, ο ίδιος υπέβαλε τελικά την παραίτησή του, κάνοντας λόγο για «βάναυση και συκοφαντική προσβολή» της προσωπικότητάς του. «Έφυγα γιατί δεν ανέχομαι να με συκοφαντούν μετά από 27 χρόνια υπηρεσίας. Θα κινηθώ νομικά», δηλώνει, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω δικαστικών ενεργειών.


