Για ακόμα μια χρονιά, το Ηράκλειο βρέθηκε στο ίδιο τραγικό έργο θεατές, με τη νύχτα της Ανάστασης να μετατρέπεται σε ένα ντελίριο βανδαλισμού που βαφτίζεται κακόγουστα «έθιμο». Οι εικόνες από τη Νέα Αλικαρνασσό, τα Καμίνια, τον Κατσαμπά και τον Μασταμπά δεν θυμίζουν γιορτή θρησκευτικής κατάνυξης, αλλά πεδίο μάχης μετά από σφοδρή σύγκρουση. Αυτοσχέδιοι εκρηκτικοί μηχανισμοί, μολότοφ και βαρελότα μεγάλης ισχύος έγιναν τα εργαλεία μιας μειοψηφίας ανεγκέφαλων που θεωρεί τη δημόσια υποδομή πεδίο εκτόνωσης, αφήνοντας πίσω της καμένα φανάρια, λιωμένους κάδους και κατεστραμμένο ασφαλτοτάπητα.
Το πιο εξοργιστικό κομμάτι αυτής της ασυδοσίας δεν είναι μόνο το οικονομικό κόστος, το οποίο θα κληθεί να πληρώσει ο κάθε συνεπής δημότης του Ηρακλείου, αλλά η πλήρης απαξίωση προς κάθε έννοια κοινωνικής συνήπαρξης. Η επίθεση με πέτρες, ξύλα και αυγά εναντίον των πυροσβεστών και των αστυνομικών στον Κατσαμπά την ώρα που προσπαθούσαν να προστατεύσουν την πόλη, αναδεικνύει μια βαθιά κοινωνική παθογένεια. Όταν οι «προστάτες» της δημόσιας ασφάλειας γίνονται στόχοι εκείνων που θεωρούν το χάος δικαίωμα, τότε η συζήτηση για πρόληψη έχει ήδη αποτύχει.
Παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των δημοτικών συνεργείων το Μεγάλο Σάββατο να απομακρύνουν τόνους από ξύλα και παλέτες, η μανία για καταστροφή αποδείχθηκε πιο ανθεκτική. Οι δηλώσεις του αντιδημάρχου Αντώνη Περισυνάκη στην ΕΡΤ για το μέγεθος των ζημιών επιβεβαιώνουν ότι η πόλη ηττήθηκε από την έλλειψη παιδείας και την ανοχή. Είναι τουλάχιστον ειρωνικό, την ημέρα που συμβολίζει τη νίκη της ζωής επί του θανάτου, κάποιες συνοικίες να θυμίζουν βομβαρδισμένο τοπίο, με τους κατοίκους να αναρωτιούνται αν του χρόνου θα είναι η σειρά του δικού τους δέντρου ή του δικού τους αυτοκινήτου να γίνει στάχτη στον βωμό μιας ανεξέλεγκτης και επικίνδυνης εκτόνωσης.



