Η προσδοκία της Ευρώπης να απεξαρτηθεί από τον ασφυκτικό έλεγχο της Κίνας στα κρίσιμα ορυκτά δείχνει να διαψεύδεται. Δύο χρόνια μετά την έναρξη ισχύος του ευρωπαϊκού νόμου για τις κρίσιμες πρώτες ύλες (Critical Raw Materials Act), η εικόνα είναι απογοητευτική: μόλις ένα στα τέσσερα έργα που εξασφάλισαν το ειδικό καθεστώς της ΕΕ προχωρά βάσει του αρχικού σχεδιασμού.
Την Παρασκευή, ο Επίτροπος Βιομηχανίας, Στεφάν Σεζουρνέ, αναμένεται να ανακοινώσει μια νέα λίστα κρίσιμων έργων που θα λάβουν προνομιακή πρόσβαση σε χρηματοδότηση και ταχύτερη αδειοδότηση. Η κεντρική ιδέα παραμένει η μετατροπή της Ευρώπης από έναν βαρύ εισαγωγέα σε κυρίαρχο παραγωγό υλικών, απολύτως απαραίτητων για την καθαρή ενέργεια και την τεχνολογία. Όμως η στασιμότητα στα πρώτα 47 έργα που εγκρίθηκαν πέρυσι δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας.
«Τουλάχιστον ένα στα τρία στρατηγικά έργα εξόρυξης και επεξεργασίας είναι είτε εκπρόθεσμο, είτε έχει παγώσει, είτε κινδυνεύει, είτε δεν υφίσταται πλέον, και μόνο το ένα τέταρτο περίπου βρίσκεται σαφώς σε καλό δρόμο», εξηγεί ο Ντιέγκο Μαρίν, υπεύθυνος πολιτικής στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος (EEB).
Αδύνατοι οι στόχοι του 2030
Το σχέδιο προέβλεπε ότι έως το 2030 η ΕΕ θα εξορύσσει τουλάχιστον το 10%, θα επεξεργάζεται το 40% και θα ανακυκλώνει το 25% των αναγκών της σε 17 στρατηγικές πρώτες ύλες, από λίθιο και κοβάλτιο μέχρι βολφράμιο και γάλλιο. Στόχος της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ήταν να σπάσει την εξάρτηση της Ευρώπης, η οποία φτάνει το 80% για αρκετά κρίσιμα υλικά και το 90% σε ορισμένες σπάνιες γαίες από την Κίνα.
Ο κλάδος, ωστόσο, διαφωνεί με τους υπολογισμούς των Βρυξελλών. Ο πρώην διευθύνων σύμβουλος του σουηδικού κολοσσού LKAB και απερχόμενος πρόεδρος της Euromines, Γιαν Μόστρομ, ξεκαθαρίζει: «Εκτός αν συμβεί κάτι που δεν προβλέπεται απολύτως σήμερα, θα βρεθούμε πολύ, πολύ μακριά από την επίτευξη των στόχων». Την ίδια στιγμή, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο διαπίστωσε φέτος ότι πολλά έργα θα δυσκολευτούν να εξασφαλίσουν εφοδιασμό έως το 2030 και ότι δεν υπάρχει κανένας σοβαρός μηχανισμός παρακολούθησης των αποτελεσμάτων.
Η «κατάρα» των στρατηγικών έργων
Ο ευρωπαϊκός νόμος υποσχόταν ταχείες αδειοδοτήσεις (27 μήνες για τα ορυχεία) και διευκόλυνση στη χρηματοδότηση. Στην πράξη, αποδεικνύεται ατελέσφορος. Σε επιστολή που απέστειλαν 23 εταιρείες στην Κομισιόν τον Αύγουστο, τονίζεται ότι αρκετά από τα έργα βρίσκονται σε «άμεσο κίνδυνο».
Η γαλλική Viridian Lithium κήρυξε πτώχευση καθώς δεν βρήκε ποτέ τα απαραίτητα κεφάλαια, με τον εκπρόσωπό της να χαρακτηρίζει την ταμπέλα του στρατηγικού έργου ως «κατάρα». Αντίστοιχα, στην Πορτογαλία, ο όμιλος José de Mello απέτυχε να χρηματοδοτήσει το σχεδιαζόμενο διυλιστήριο λιθίου, κόστους 492 εκατ. ευρώ.
Από την πλευρά του, ο Μίκαελ Στάφας, CEO της σουηδικής Boliden (η οποία ανέλαβε ορυχείο χαλκού και ψευδαργύρου στην Πορτογαλία), δήλωσε: «Ακόμα περιμένω να πειστώ ότι έχει κάποια διαφορά» η ανακήρυξη ενός έργου σε στρατηγικό.
Τοπικές αντιδράσεις μπλοκάρουν τις εξορύξεις
Πέρα από τα οικονομικά κενά, οι τοπικές κοινωνίες βάζουν φρένο στα έργα. Στη Σουηδία, το κοίτασμα Per Geijer —όπου εντοπίζονται τα μεγαλύτερα αποθέματα σπάνιων γαιών στην Ευρώπη— συναντά τη σθεναρή αντίδραση της αυτόχθονης κοινότητας των Σάμι. Η Καρίν Νίια, εκπρόσωπος των κτηνοτρόφων, προειδοποίησε ότι εάν προχωρήσει το ορυχείο, η ΕΕ θα είναι συνένοχη σε πολιτιστική γενοκτονία.
Τα προβλήματα επεκτείνονται και εκτός ΕΕ. Το τεράστιο έργο Jadar της Rio Tinto στη Σερβία, το οποίο είχε ενταχθεί στα στρατηγικά πλάνα των Βρυξελλών για να καλύψει το 25% της ευρωπαϊκής ζήτησης σε λίθιο, πάγωσε μετά από μαζικές διαδηλώσεις για περιβαλλοντικούς λόγους και καταγγελίες για διαφθορά.
Ο Μαρίν από το EEB δίνει την ακριβή διάσταση του προβλήματος: «Αυτά τα έργα είχαν στρατηγικό καθεστώς, κοινοτικά κονδύλια και άδειες fast-track, και πάλι δεν ήταν αρκετό. Αν η προσφορά δεν μπορεί να αποδώσει ούτε υπό αυτές τις συνθήκες, η ΕΕ πρέπει να πάρει στα σοβαρά τη μείωση της ζήτησης. Δεν μπορούμε να λύσουμε ένα πρόβλημα της αγοράς μοιράζοντας απλώς άδειες».
