Στο επίκεντρο της δικαστικής έρευνας βρίσκεται πλέον το ζευγάρι των Γάλλων ιδιοκτητών του μπαρ Le Constellation στο ελβετικό χιονοδρομικό θέρετρο του Κραν Μοντανά, όπου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς εκτυλίχθηκε μία από τις φονικότερες τραγωδίες των τελευταίων δεκαετιών στην Ελβετία. Η φωτιά που ξέσπασε λίγο μετά τη 1.30 τα ξημερώματα της 1ης Ιανουαρίου στοίχισε τη ζωή σε 40 ανθρώπους και άφησε πίσω της 116 τραυματίες, πολλούς εκ των οποίων ανήλικους.
Ο 49χρονος Ζακ Μορέτι και η 40χρονη σύζυγός του Τζέσικα βρέθηκαν στο γραφείο του εισαγγελέα στη Σιόν, αντιμετωπίζοντας βαριές κατηγορίες για ανθρωποκτονία από αμέλεια, σωματική βλάβη από αμέλεια και εμπρησμό από αμέλεια. Αν και δεν έχουν τεθεί υπό κράτηση, καλούνται να δώσουν απαντήσεις για μια σειρά κρίσιμων ζητημάτων, όπως το γιατί τόσοι ανήλικοι βρίσκονταν στο μπαρ και κατά πόσο τηρήθηκαν τα προβλεπόμενα μέτρα πυρασφάλειας.
Η έρευνα επεκτείνεται και στις ευθύνες των τοπικών αρχών, μετά την παραδοχή των δημοτικών υπηρεσιών ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί καμία επιθεώρηση πυρασφάλειας στο Le Constellation από το 2019, παρά το γεγονός ότι το άρθρο 8 του τοπικού κώδικα πρόληψης πυρκαγιών προβλέπει ελέγχους «κάθε χρόνο σε κτίρια ανοικτά στο κοινό ή που παρουσιάζουν ειδικούς κινδύνους». Η αποκάλυψη αυτή προκάλεσε κύμα οργής, τόσο στην κοινή γνώμη όσο και στις οικογένειες των θυμάτων.
Το ζευγάρι των ιδιοκτητών, σε δημόσια δήλωσή του, ανέφερε ότι είναι «συντετριμμένοι και κυριευμένοι από θλίψη» και δεσμεύτηκε για «πλήρη συνεργασία» με τις ανακριτικές αρχές. Ωστόσο, οι μαρτυρίες και τα στοιχεία που έρχονται στο φως σκιαγραφούν ένα ιδιαίτερα επιβαρυντικό πλαίσιο.
Καθοριστικό ρόλο στην έρευνα έχει ο ηχομονωτικός αφρός που είχε τοποθετηθεί στην οροφή κατά τις ανακαινίσεις του 2015. Φωτογραφίες και βίντεο δείχνουν ότι το υλικό αυτό βρισκόταν πολύ κοντά στο ταβάνι, δημιουργώντας συνθήκες ταχείας εξάπλωσης της φωτιάς. Βίντεο που μετέδωσε ο ελβετικός ραδιοτηλεοπτικός σταθμός RTS αποκάλυψε ότι ο κίνδυνος ήταν γνωστός ήδη από το 2019. Σε αυτό, υπάλληλος του μπαρ ακούγεται να προειδοποιεί: «Προσοχή στον αφρό!», την ώρα που σερβίρονταν μπουκάλια σαμπάνιας με βεγγαλικά.
«Αυτό το βίντεο είναι συγκλονιστικό», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο δικηγόρος Ρομέν Τζόρνταν, που εκπροσωπεί πολλές από τις πληγείσες οικογένειες, τονίζοντας ότι αποδεικνύει πως «υπήρχε επίγνωση αυτού του κινδύνου – και ότι πιθανώς αυτός ο κίνδυνος έγινε αποδεκτός».
Πρώην υπάλληλος του κλαμπ κατέθεσε ότι τα πρότυπα ασφαλείας ήταν πρακτικά ανύπαρκτα, υποστηρίζοντας ότι οι πυροσβεστήρες και η έξοδος κινδύνου ήταν κλειδωμένοι. Παράλληλα, οι εισαγγελικές αρχές διερευνούν και το ενδεχόμενο «καταστροφής αποδεικτικών στοιχείων», καθώς οι λογαριασμοί του μπαρ σε Facebook και Instagram μπλοκαρίστηκαν κατά τη διάρκεια της επιχείρησης διάσωσης. Σύμφωνα με τον Ρομέν Τζόρνταν, οι λογαριασμοί ανεστάλησαν «μεταξύ 3 π.μ. και 6.30 π.μ.», ενώ ακόμη εξελισσόταν η επιχείρηση των πυροσβεστών. «Είναι αρκετά εντυπωσιακό… Είναι περίεργο ότι ενώ η επιχείρηση έκτακτης ανάγκης ήταν σε εξέλιξη, κάποιος το σκεφτόταν αυτό», σχολίασε.
Η Ελβετίδα γενική εισαγγελέας Beatrice Pilloud δήλωσε ότι «όλα δείχνουν ότι η φωτιά ξεκίνησε με κεριά πυρακτώσεως τοποθετημένα σε μπουκάλια σαμπάνιας, τα οποία φέρθηκαν πολύ κοντά στο ταβάνι, προκαλώντας μια γρήγορη και εκτεταμένη πυρκαγιά». Ο Ζακ Μορέτι, από την πλευρά του, υποστήριξε ότι το μπαρ του «ακολούθησε όλους τους κανονισμούς ασφαλείας», αν και παραδέχθηκε ότι είχε επιθεωρηθεί μόλις «τρεις φορές σε δέκα χρόνια».
Η τραγωδία έχει βυθίσει στο πένθος ολόκληρη την Ελβετία. Λίγο περισσότερο από μία εβδομάδα μετά το φονικό συμβάν, η χώρα τήρησε ενός λεπτού σιγή στις 2.00 μ.μ., ενώ ακολούθησε ήχος καμπάνων από εκκλησίες σε όλη την επικράτεια, ως «απόδειξη της κοινής θλίψης που αισθάνεται ολόκληρο το έθνος», όπως ανέφερε η ελβετική κυβέρνηση. Στην τελετή παρέστη και ο Ελβετός πρόεδρος Guy Parmelin, συνοδευόμενος από τους Γάλλους και Ιταλούς ομολόγους του, καθώς και εκπροσώπους από το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, τη Σερβία και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μεταξύ των θυμάτων περιλαμβάνονται έφηβοι μόλις 14 και 15 ετών. Οι Ελβετίδες αδελφές Alicia και Diana Gunst, 15 και 14 ετών, σκοτώθηκαν μαζί με τον Γάλλο μουσικό Matéo Lesguer, την ώρα που έπαιζε DJ set. Ανάμεσα στα θύματα ήταν και η 15χρονη Charlotte Niddam, με βρετανική, ισραηλινή και γαλλική υπηκοότητα. Η οικογένειά της ανακοίνωσε τον θάνατό της γράφοντας: «Με μεγάλη θλίψη ανακοινώνουμε τον θάνατο της όμορφης κόρης και αδελφής μας Charlotte. Λεπτομέρειες σχετικά με τις ρυθμίσεις της κηδείας θα ακολουθήσουν σύντομα». Η κηδεία της αναμένεται να πραγματοποιηθεί στο Παρίσι.
Ιδιαίτερη συγκίνηση προκάλεσε και η περίπτωση του 16χρονου Arthur Brodard. Η μητέρα του, Laetitia, αποκάλυψε ότι το τελευταίο μήνυμα που έλαβε από τον γιο της, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, έγραφε: «Καλή χρονιά, μαμά». «Ο Άρθουρ μας έφυγε τώρα για να διασκεδάσει στον παράδεισο», είπε συντετριμμένη, προσθέτοντας: «Μπορούμε να αρχίσουμε το πένθος μας, γνωρίζοντας ότι είναι εν ειρήνη και στο φως».
Από τους 116 τραυματίες, 83 παραμένουν νοσηλευόμενοι, με τους πιο σοβαρά εγκαυματίες να έχουν μεταφερθεί αεροπορικώς σε εξειδικευμένα κέντρα στην Ελβετία και στο εξωτερικό. Οι περισσότεροι από τους παθόντες ήταν Ελβετοί, ωστόσο συνολικά 19 διαφορετικές εθνικότητες συγκαταλέγονται μεταξύ των νεκρών και των τραυματιών.
Την ίδια ώρα, οι πολιτικές και ποινικές ευθύνες παραμένουν ανοιχτές. Ο δήμαρχος του Κραν Μοντανά, Nicolas Feraud, ερωτηθείς γιατί το μπαρ δεν είχε ελεγχθεί εδώ και πέντε χρόνια, δήλωσε: «Δεν έχω καμία απάντηση για εσάς σήμερα», προσθέτοντας ότι «εναπόκειται στους δικαστές να μάθουν αν θα είμαστε μέρος αυτής της υπόθεσης ή όχι». Παράλληλα, υποστήριξε ότι «η πόλη του Κραν Μοντανά, πιστεύουμε ότι είμαστε και εμείς θύμα σε αυτή την υπόθεση».
Η έρευνα συνεχίζεται, με τις οικογένειες των θυμάτων να ζητούν δικαιοσύνη και απαντήσεις για το πώς μια νύχτα γιορτής μετατράπηκε σε κόλαση.

