Σε κρίσιμη καμπή εισέρχεται το πολιτικό μέλλον της Μαρίν Λεπέν, καθώς αυτή την εβδομάδα ξεκινά στο Παρίσι η εκδίκαση της έφεσής της, η οποία θα κρίνει εάν θα έχει δικαίωμα να είναι υποψήφια στις προεδρικές εκλογές του 2027.
Η επικεφαλής της γαλλικής δεξιάς και ιστορική ηγέτιδα του Εθνικού Συναγερμού είχε καταδικαστεί πέρυσι για κατάχρηση ευρωπαϊκών κονδυλίων, με το δικαστήριο να της επιβάλλει πενταετή απαγόρευση συμμετοχής σε δημόσια αξιώματα, η οποία τέθηκε σε ισχύ άμεσα. Η καταδίκη αφορούσε την υπεξαίρεση άνω των 4 εκατ. ευρώ από πόρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Η Λεπέν, η οποία μέχρι τότε θεωρούνταν φαβορί για την προεδρική αναμέτρηση του 2027, άσκησε έφεση, όπως και το κόμμα της, καθώς και άλλα δέκα πρόσωπα που κρίθηκαν ένοχα για εκτροπή κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η ακροαματική διαδικασία ξεκινά την Τρίτη και αναμένεται να ολοκληρωθεί στις 12 Φεβρουαρίου.
Η απόφαση του εφετείου εκτιμάται ότι θα εκδοθεί πριν από το καλοκαίρι, γεγονός που διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο συμμετοχής της Λεπέν στις προεδρικές εκλογές, εφόσον η ποινή της πενταετούς απαγόρευσης ανατραπεί ή περιοριστεί ουσιωδώς.
Σε περίπτωση που η έφεση απορριφθεί και η ίδια δεν μπορέσει να είναι υποψήφια, η Λεπέν έχει δηλώσει ότι τη θέση της θα λάβει ο προστατευόμενός της και πρόεδρος του κόμματος, ο 30χρονος Ζορντάν Μπαρντελά.
Μετά την καταδίκη της, η Λεπέν έλαβε δημόσια στήριξη από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και στελέχη της κυβέρνησής του, ενώ οποιαδήποτε εξέλιξη που θα την απέκλειε από την εκλογική διαδικασία αναμένεται να αξιοποιηθεί πολιτικά από την αμερικανική πλευρά ως παράδειγμα, όπως υποστηρίζουν, πολιτικής εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Reuters, πέρυσι υπήρξαν εσωτερικές συζητήσεις στις ΗΠΑ ακόμη και για την επιβολή κυρώσεων σε Γάλλους δικαστικούς και εισαγγελείς που συμμετείχαν στην υπόθεση, αν και αυτές οι σκέψεις φαίνεται πλέον να έχουν εγκαταλειφθεί. Το σχετικό δημοσίευμα του γερμανικού περιοδικού Der Spiegel διαψεύστηκε από το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών.
Η γαλλική κυβέρνηση, μέσω της εκπροσώπου της, δήλωσε ότι παραμένει σε επαγρύπνηση απέναντι σε ενδεχόμενες παρεμβάσεις, με τον πρόεδρο του Δικαστηρίου του Παρισιού να χαρακτηρίζει οποιαδήποτε ενέργεια κατά Γάλλου δικαστή ως «απαράδεκτη και μη ανεκτή παρέμβαση» στα εσωτερικά της χώρας.
Η ίδια η Μαρίν Λεπέν έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η δικαστική απόφαση σε βάρος της έχει πολιτικά κίνητρα. Μετά την καταδίκη της, έκανε λόγο για πρακτικές που δεν συνάδουν, όπως είπε, με μια χώρα που αυτοπροσδιορίζεται ως λίκνο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κατηγορώντας τη Δικαιοσύνη για στοχευμένη δίωξη.
Οι δικαστές, από την πλευρά τους, αιτιολόγησαν την άμεση εφαρμογή της απαγόρευσης, σημειώνοντας ότι στόχος ήταν η αποτροπή «ανεπανόρθωτης βλάβης στη δημοκρατική δημόσια τάξη». Δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι η πλειοψηφία των Γάλλων πολιτών συμφώνησε με την απόφαση.
Η υπόθεση αφορά την περίοδο 2004–2016, κατά την οποία, σύμφωνα με το δικαστήριο, ευρωπαϊκά κονδύλια που προορίζονταν για κοινοβουλευτικό έργο χρησιμοποιήθηκαν για τη μισθοδοσία στελεχών που εργάζονταν στην πραγματικότητα για το κόμμα. Η Λεπέν έχει απορρίψει τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι η χρήση των χρημάτων ήταν νόμιμη.
Παράλληλα, οι δικαστικές εξελίξεις φαίνεται να ενισχύουν πολιτικά τον Ζορντάν Μπαρντελά. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του περασμένου φθινοπώρου, θα επικρατούσε σε προεδρική αναμέτρηση δεύτερου γύρου, ανεξαρτήτως αντιπάλου.

