Την Τετάρτη αναμένεται να ψηφιστεί στην Ευρωβουλή η παραπομπή της ή όχι στην ευρωπαϊκή Δικαιοσύνη
- Παρίσι,
Μαρία Δεναξά
Με τις εικόνες των εκατοντάδων τρακτέρ στους δρόμους, τους αποκλεισμούς αυτοκινητοδρόμων και διυλιστηρίων, την καταστροφή της ευρωπαϊκής σημαίας από εξαγριωμένους αγρότες και τίτλους όπως «Η εξέγερση των Ευρωπαίων αγροτών», πολλά μέσα ενημέρωσης στις χώρες της Mercosur (Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη, Παραγουάη) κάλυψαν τις τελευταίες εβδομάδες τις αντιδράσεις που έχει προκαλέσει η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τις χώρες αυτές, η οποία αναμένεται να υπογραφεί σήμερα στην πόλη Ασουνσιόν της Παραγουάης.
Οι εικόνες συνοδεύτηκαν συχνά από μια διευκρίνιση: «Οι Ευρωπαίοι αγρότες θα συνεχίσουν να αψηφούν το κρύο και θα εξακολουθούν να διαμαρτύρονται για να καταγγείλουν τη συμφωνία, οι διαπραγματεύσεις της οποίας διήρκεσαν συνολικά πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα, ώστε να δημιουργηθεί μια ζώνη ελεύθερων συναλλαγών περίπου 700 εκατομμυρίων ανθρώπων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού», όπως υπογράμμισε κυρίως η «El Economista», η κυριότερη οικονομική εφημερίδα της Αργεντινής.
Ολο αυτό το διάστημα των κινητοποιήσεων των Ευρωπαίων αγροτών ο Τύπος της Λατινικής Αμερικής περιορίστηκε στο να αναφέρει μόνο τα γεγονότα, χωρίς σχολιασμό.
«Οι χώρες της Mercosur εξέλαβαν τις διαδηλώσεις των Ευρωπαίων αγροτών ως μια προσπάθεια από την πλευρά τους να υψώσουν ένα προστατευτικό φράγμα για να διαφυλάξουν την παραγωγή τους» υποστηρίζει η οικονομολόγος Μαρκέλα Κριστίνι από την Αργεντινή. «Παρότι δεν υπήρξε κοινή και επίσημη δήλωση των χωρών της Mercosur σχετικά με τις διαμαρτυρίες, οι τοποθετήσεις κάθε μέλους του μπλοκ δείχνουν ότι τάσσονται υπέρ αυτής της εμπορικής συμφωνίας».
Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη και Παραγουάη φαίνεται πως απορρίπτουν τα επιχειρήματα περί δήθεν «αθέμιτου ανταγωνισμού», που προβάλλει ένα μέρος των Ευρωπαίων αγροτών. Αντίθετα, υπερασπίζονται την άποψη ότι τα νοτιοαμερικανικά προϊόντα, όπως το κρέας και η σόγια, δεν υπόκεινται κατ’ ανάγκην σε λιγότερο αυστηρά πρότυπα, αλλά παράγονται με δομές κόστους «διαφορετικές» και «πιο αποτελεσματικές».
Για την Κριστίνι, «με αυτή τη συμφωνία οι Ευρωπαίοι θα εξάγουν ευκολότερα αυτοκίνητα, μηχανήματα, χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα. Επίσης, ένα μέρος του αγροτικού τομέα θα ευνοηθεί, αφού συγκεκριμένα αγροδιατροφικά προϊόντα, όπως τα κρασιά, τα οινοπνευματώδη και τα τυριά, θα επωφεληθούν από τη σταδιακή κατάργηση των υψηλών δασμών».
Ωστόσο, και οι αγρότες της Mercosur εμφανίζονται διχασμένοι. Ενώ οι εργοδοτικές οργανώσεις, στις οποίες συμμετέχουν οι μεγαλύτεροι παραγωγοί μονοκαλλιεργειών (σόγια, ρύζι) και κτηνοτρόφοι βοοειδών, εμφανίζονται συνολικά ικανοποιημένες, ορισμένα αγροτικά και αγροτοσυνδικαλιστικά σωματεία εξέφρασαν ανησυχίες, κυρίως για τις πιθανές επιπτώσεις του ανταγωνισμού μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, όπως επίσης και για το ενδεχόμενο επιβολής νέων κανονισμών διασφάλισης των προϊόντων τους.
«Φοβόμαστε ότι ένα μεγαλύτερο άνοιγμα προς τα ευρωπαϊκά προϊόντα θα οδηγήσει στην εξαφάνιση μικρών τοπικών παραγωγών, οι οποίοι ενδέχεται να μην έχουν τη δυνατότητα να ανταγωνιστούν αγρότες που επωφελούνται από τις επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης» υπογραμμίζει ο Χουάν Κάρλος Αλμπάνο, πρόεδρος της Ενωσης Αγροτικών και Αγροβιομηχανικών Εργαζομένων της Ουρουγουάης (Utrau). «Ανησυχούμε επίσης για την ενδεχόμενη ένταξη κανόνων διασφάλισης, που θα επιτρέπουν στην Ευρώπη να περιορίζει τις εισαγωγές εάν κρίνει ότι βλάπτουν τους δικούς της αγρότες».
Απειλή για τη φύση
Η κριτική της Via Campesina, του διεθνούς κινήματος αγροτών, μικροπαραγωγών και γυναικών της υπαίθρου, είναι ακόμη πιο έντονη. Εκτιμά ότι «η συμφωνία θα μπορούσε να έχει καταστροφικές συνέπειες για την οικογενειακή γεωργία, ευνοώντας κυρίως τις μεγάλες αγροεξαγωγικές εταιρίες». Η Via Campesina απορρίπτει συνολικά τη συμφωνία, «επειδή παραβιάζει τα δικαιώματα των αγροτών και απειλεί τη φύση», και ζητά «ένα νέο πλαίσιο για το παγκόσμιο εμπόριο, βασισμένο στη διατροφική κυριαρχία, τη διεθνή συνεργασία [και] την αλληλεγγύη μεταξύ των λαών […]».
Η διατροφική κυριαρχία βρίσκεται στο επίκεντρο των ανησυχιών, ιδίως στη Βραζιλία, όπου η αύξηση των τιμών των τροφίμων το 2024 ήταν σχεδόν διπλάσια από εκείνη του εθνικού δείκτη τιμών καταναλωτή. «Η θεμελιώδης αιτία αυτής της αύξησης είναι ότι εξάγουμε πολύ» εξηγεί ο Ζοζέ Ζιακόμο Μπακαρίν, καθηγητής Οικονομικών και διευθυντής του Ινστιτούτου IFZ. «Και αν οι προοπτικές παραγωγής μονοκαλλιεργειών για εξαγωγή ενισχυθούν ακόμη περισσότερο με τη συμφωνία Ε.Ε. – Mercosur, όλο και λιγότερες εκτάσεις θα αφιερώνονται στην οικογενειακή γεωργία και οι τιμές θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν».
Συνεχίζονται αμείωτες οι αγροτικές κινητοποιήσεις στην Ε.Ε.
Πίσω στην Ευρώπη, οι κινητοποιήσεις των αγροτών εξακολουθούν να προκαλούν πονοκέφαλο σε πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Σε μια τελευταία προσπάθεια ανατροπής της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου θα πραγματοποιηθεί στην Ευρωβουλή, την Τετάρτη, ψηφοφορία για παραπομπή της Mercosur στην ευρωπαϊκή Δικαιοσύνη. Αν η πρόταση εγκριθεί, η διαδικασία επικύρωσης θα «παγώσει» για μήνες, ενώ σε περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει ότι η συμφωνία παραβιάζει τις ευρωπαϊκές συνθήκες, ενδέχεται να απαιτηθούν σημαντικές τροποποιήσεις. Πρόκειται για τη δεύτερη απόπειρα προσφυγής στη Δικαιοσύνη μετά την αποτυχία του Νοεμβρίου λόγω τεχνικών εμποδίων.
Ωστόσο, εκφράζεται έντονη ανησυχία μήπως η Επιτροπή προχωρήσει σε προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας, παρακάμπτοντας τόσο το Ευρωκοινοβούλιο όσο και τα εθνικά Κοινοβούλια.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προετοιμάζει τώρα την υπογραφή μιας άλλης μεγάλης εμπορικής συμφωνίας, ενδεχομένως πριν από το τέλος του Ιανουαρίου, αυτή τη φορά με την Ινδία, η οποία, όπως δήλωσε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, θα εξαιρεί πλήρως τον αγροτικό τομέα, δίνοντας έτσι ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα στους Ευρωπαίους αγρότες εν μέσω της κρίσης εμπιστοσύνης.

