Ο Μπιλ και η Χίλαρι συμφώνησαν να παρευρεθούν ενώπιον της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, λίγες μόλις ημέρες πριν το Σώμα οδηγηθεί σε ψηφοφορία για περιφρόνηση του Κογκρέσου
Θύελλα στην πολιτική και επιχειρηματική ζωή των ΗΠΑ, αλλά και εκτός συνόρων προκαλεί η υπόθεση του Τζέφρι Επσταϊν. Στο πλαίσιο αυτό, ο Μπιλ και η Χίλαρι Κλίντον συμφώνησαν τελικά να καταθέσουν ενώπιον της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, λίγες μόλις ημέρες πριν το Σώμα οδηγηθεί σε ψηφοφορία για την κήρυξή τους σε περιφρόνηση του Κογκρέσου.
Η εξέλιξη αυτή ήρθε ύστερα από πολύμηνη αντιπαράθεση με τον ρεπουμπλικάνο πρόεδρο της επιτροπής Τζέιμς Κόμερ, ο οποίος είχε επιμείνει ότι οι δύο πρώην κορυφαίοι αξιωματούχοι φειλαν να συμμορφωθούν με τις νόμιμες κλητεύσεις. Ο Κόμερ δήλωσε ότι οι Κλίντον δεν μπορούν να θέτουν οι ίδιοι τους όρους της κατάθεσής τους και πως η επιτροπή θα προχωρούσε σε διαδικασίες ποινικής περιφρόνησης, αν δεν υπήρχε συμμόρφωση. Από την πλευρά τους, οι Κλίντον υποστήριζαν επί μήνες ότι οι κλητεύσεις ήταν άκυρες και δεν εξυπηρετούσαν κάποιον θεμιτό νομοθετικό σκοπό.
Μέσω των δικηγόρων τους, είχαν καταγγείλει πολιτική στοχοποίηση και προσπάθεια εκδίκησης εκ μέρους των Ρεπουμπλικάνων, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής που, όπως ανέφεραν, καθοδηγείται από τον Ντόναλντ Τραμπ. Παράλληλα, πρότειναν εναλλακτικές μορφές κατάθεσης, με τον Μπιλ Κλίντον να προσφέρεται για καταγεγραμμένη συνέντευξη και τη Χίλαρι Κλίντον για ένορκη δήλωση, προτάσεις που απορρίφθηκαν από την επιτροπή.
Η απειλή, ωστόσο, της ποινικής παραπομπής και των ενδεχόμενων κυρώσεων, που θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν βαριά πρόστιμα ή ακόμα και ποινή φυλάκισης, οδήγησε τελικά σε συμβιβασμό. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε κλειστή, ένορκη κατάθεση, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η περαιτέρω κλιμάκωση. Παρά τη συμφωνία, πάντως, οι Κλίντον επιμένουν ότι η επιτροπή εργαλειοποιεί πολιτικά την υπόθεση.
κοινωνικές επαφές
Στο μεταξύ, οι Ρεπουμπλικάνοι πιέζουν για ευρύτερη διερεύνηση γύρω από τον χρηματιστή που αυτοκτόνησε το 2019 σε φυλακή της Νέας Υόρκης, ενώ αντιμετώπιζε κατηγορίες για sex trafficking. Ο Μπιλ Κλίντον είχε κοινωνικές επαφές με τον Επσταϊν στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές του 2000, χωρίς να έχει κατηγορηθεί για παράνομες πράξεις σε σχέση με αυτή τη γνωριμία.
Η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την υπόθεση Επσταϊν συνδέεται και με τη μαζική δημοσιοποίηση, την περασμένη Παρασκευή, άνω των τριών εκατομμυρίων εγγράφων, εικόνων και βίντεο από το υπουργείο Δικαιοσύνης. Το υλικό περιλαμβάνει περισσότερα από 2.000 βίντεο και 180.000 εικόνες, καθώς και ηλεκτρονική αλληλογραφία ανάμεσα στον Επσταϊν και γνωστά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο Ιλον Μασκ. Οι αποκαλύψεις αυτές ενίσχυσαν τις κατηγορίες περί συγκάλυψης, με στελέχη των Δημοκρατικών να υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να κλείσει βεβιασμένα τον φάκελο της υπόθεσης.
Παράλληλα, αντιδράσεις προκάλεσε το γεγονός ότι στο δημοσιευμένο υλικό περιλαμβάνονταν, εκ παραδρομής, στοιχεία ταυτοποίησης θυμάτων. Οι δικηγόροι ομάδας επιζώντων έκαναν λόγο για ανεπανόρθωτη ζημιά και ζήτησαν την άμεση απόσυρση του κυβερνητικού ιστότοπου μέχρι να διασφαλιστεί η πλήρης απόκρυψη των ευαίσθητων δεδομένων. Ομοσπονδιακός δικαστής στο Μανχάταν ανακοίνωσε ότι θα εξετάσει το αίτημα σε ακρόαση, ενώ το υπουργείο Δικαιοσύνης παραδέχθηκε τεχνικά και ανθρώπινα σφάλματα.
Η υπουργός Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, Παμ Μπόντι, δήλωσε ότι αποσύρθηκαν χιλιάδες αρχεία και ότι βρίσκονται σε εξέλιξη νέοι έλεγχοι, ώστε το υλικό να αναρτηθεί εκ νέου με ασφαλή τρόπο. Ωστόσο, οι δικηγόροι των θυμάτων κάνουν λόγο για «εξελισσόμενη έκτακτη ανάγκη» και ζητούν τον διορισμό ανεξάρτητου επιτηρητή. «Για τα θύματα του Τζέφρι Επσταϊν κάθε ώρα έχει σημασία» έγραψαν οι δικηγόροι Μπρίτανι Χέντερσον και Μπραντ Εντουαρντς.
«Η ζημιά είναι σε εξέλιξη και μη αναστρέψιμη». Η επιστολή απευθυνόταν στους δικαστές Ρίτσαρντ Μπέρμαν, που είχε την εποπτεία της υπόθεσης Επσταϊν -ο οποίος απαγχονίστηκε στο κελί του ενώ ανέμενε τη δίκη του, τον Αύγουστο του 2019- και Πολ Ενγκελμάγιερ, που εποπτεύει την υπόθεση της συνεργού του χρηματιστή Γκισλέιν Μάξγουελ, η οποία δικάστηκε, καταδικάστηκε και εκτίει ποινή κάθειρξης 20 ετών.


