Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τους δασμούς έφερε έντονη αντίδραση από τον Τραμπ
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε χθες (20/2) παράνομους σημαντικό μέρος των δασμών που είχε επιβάλει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, προκαλώντας την έντονη αντίδρασή του, καθώς η απόφαση υπονομεύει έναν κεντρικό πυλώνα της οικονομικής του πολιτικής.
Σε άμεση απάντηση, ο Τραμπ υπέγραψε διάταγμα με το οποίο επιβάλλεται νέος παγκόσμιος δασμός 10%, ο οποίος θα ισχύσει από τις 24 Φεβρουαρίου και για διάστημα 150 ημερών.
Το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP) παρουσιάζει έναν απολογισμό των συνεπειών.
Αποζημιώσεις
Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ακυρώνει στην πράξη τους λεγόμενους «ανταποδοτικούς» (reciprocal) δασμούς, που είχαν επιβληθεί σε σχεδόν όλα τα εισαγόμενα προϊόντα στις ΗΠΑ. Παραμένουν ωστόσο ανεπηρέαστοι οι δασμοί σε συγκεκριμένους τομείς, όπως τα αυτοκίνητα, ο χάλυβας, το αλουμίνιο και τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της EY-Parthenon Γκρέγκορι Ντάκο, ο μέσος συντελεστής δασμών στα εισαγόμενα προϊόντα αναμένεται να μειωθεί από 16,8% σε περίπου 9,5%.
Οι εταιρείες που κατέβαλαν τους ακυρωθέντες δασμούς μπορούν πλέον να διεκδικήσουν αποζημιώσεις, ενώ ορισμένες είχαν ήδη προβλέψει αυτή την εξέλιξη και είχαν ασκήσει έφεση.
Οι εκτιμήσεις των οικονομολόγων για τα έσοδα από τους ανταποδοτικούς δασμούς το 2025 κυμαίνονται μεταξύ 130 και 140 δισεκατομμυρίων δολαρίων (ενώ ορισμένες πηγές ανεβάζουν το ποσό ακόμη υψηλότερα, κοντά στα 160-175 δισ.).
Στα μέσα Ιανουαρίου, ο Τραμπ είχε αναφέρει πιθανές αποζημιώσεις «εκατοντάδων δισεκατομμυρίων», ενώ χθες εκτίμησε ότι το ζήτημα θα κριθεί δικαστικά.
Ο δημοκρατικός κυβερνήτης του Ιλινόι ζήτησε ήδη επιστροφή 1.700 δολαρίων ανά νοικοκυριό, με βάση εκτιμήσεις του πανεπιστημίου Yale, ενώ ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας τόνισε ότι η κυβέρνηση οφείλει να αποζημιώσει τους καταναλωτές.
Διαπραγματεύσεις
Η απόφαση μπορεί να περιορίσει την ικανότητα της αμερικανικής κυβέρνησης να χρησιμοποιεί δασμούς ως διαπραγματευτικό εργαλείο για εμπορικές συμφωνίες, καθώς η απειλή μείωσής τους είχε ωθήσει εταίρους σε διαπραγματεύσεις.
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ είχε παραδεχτεί πρόσφατα ότι μια δυσμενής απόφαση θα στερούσε «ευελιξία» από την κυβέρνηση.
Ο Λευκός Οίκος διευκρίνισε ότι οι χώρες με υπάρχουσες συμφωνίες υπόκεινται πλέον και στον νέο δασμό 10%.
Εναλλακτικές επιλογές
Το νέο διάταγμα βασίζεται στον εμπορικό νόμο του 1974 (Section 122 του Trade Act), που επιτρέπει στον πρόεδρο να αντιμετωπίσει σημαντικές ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών με προσωρινά μέτρα.
Το μειονέκτημα είναι ότι η εξουσιοδότηση ισχύει μόνο για 150 ημέρες, μετά τις οποίες απαιτείται έγκριση από το Κογκρέσο για παράταση.
Η πιο προφανής λύση θα ήταν η κατάθεση νομοσχεδίου στο Κογκρέσο για μόνιμη εξουσιοδότηση επαναφοράς τέτοιων δασμών, ωστόσο η διαδικασία μπορεί να αποδειχθεί χρονοβόρα και πολιτικά δύσκολη, ιδίως εν όψει ενδιάμεσων εκλογών και με ορισμένους Ρεπουμπλικάνους να εκφράζουν επιφυλάξεις για την εκτεταμένη χρήση δασμών από τον Τραμπ.


