Πίσω από τα λαμπερά εικονίδια του Instagram και τα διασκεδαστικά βίντεο του TikTok κρύβεται μια πραγματικότητα που ξεπερνά κάθε σενάριο επιστημονικής φαντασίας.
Η πρόσφατη έρευνα του BBC, βασισμένη σε μαρτυρίες ανθρώπων που δούλεψαν μέσα σε αυτούς τους κολοσσούς, αποκαλύπτει ότι η ψυχική μας ηρεμία και η ασφάλεια των παιδιών μας μπήκαν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στις χρηματιστηριακές τιμές.
O θυμός, το καλύτερο «προϊόν»
Δεν ήταν τυχαίο που το feed σου γέμιζε ξαφνικά με επιθετικά σχόλια ή διχαστικές θεωρίες. Όπως αποκάλυψαν πρώην μηχανικοί, οι αλγόριθμοι εκπαιδεύτηκαν να αναγνωρίζουν ότι ο θυμός μας κρατάει σε εγρήγορση. Αντί να μας προτείνουν περιεχόμενο που μας ηρεμεί ή μας ενημερώνει, μας «τάιζαν» οργή, γιατί η οργή φέρνει κλικ, τα κλικ φέρνουν χρόνο και ο χρόνος φέρνει διαφημιστικά έσοδα. Στη Meta, οι εντολές ήταν: «Αφήστε το επιβλαβές περιεχόμενο να περάσει, γιατί χάνουμε έδαφος από τον ανταγωνισμό».
Τα παιδιά, «αναλώσιμα» στην κούρσα του ανταγωνισμού
Το πιο αποκαρδιωτικό αφορά τους νεότερους χρήστες. Στο TikTok, ενώ οι ομάδες ασφαλείας έπρεπε να προστατεύουν εφήβους από τον εκφοβισμό και τη σεξουαλική παρενόχληση, συχνά αναγκάζονταν να ασχολούνται κατά προτεραιότητα με το αν κάποιος πολιτικός προσβλήθηκε από ένα βίντεο. Ο στόχος; Να μην κακοκαρδίσουν τις κυβερνήσεις και ρισκάρουν απαγορεύσεις.
Την ίδια στιγμή, παιδιά όπως ο Κάλουμ, που στα 14 του βρέθηκε εγκλωβισμένος σε έναν φαύλο κύκλο μίσους, περιγράφουν πώς ο αλγόριθμος τους «ριζοσπαστικοποίησε». Δεν επέλεξαν το μίσος, ο αλγόριθμος τους το επέβαλε, επειδή ήταν ο πιο σίγουρος τρόπος να μην κλείσουν την εφαρμογή.
Η αλήθεια πίσω από το «μαύρο κουτί»
Οι εταιρείες απαντούν με τυποποιημένες δηλώσεις για «επενδύσεις στην ασφάλεια». Όμως η πραγματικότητα που περιγράφουν οι εργαζόμενοι είναι διαφορετική, εκατοντάδες προσλήψεις για την ανάπτυξη νέων λειτουργιών (όπως τα Reels) και ελάχιστες έως καθόλου για την προστασία των χρηστών.
Είναι πλέον φανερό ότι οι αλγόριθμοι δεν είναι μόνο μαθηματικοί τύποι, αλλά εργαλεία που διαμορφώνουν τον χαρακτήρα και την κοινωνία μας. Και όσο η «αλληλεπίδραση» μετριέται με βάση το πόσο θυμωμένοι είμαστε, η ευθύνη πέφτει σε εμάς να βάλουμε τα όρια που εκείνοι αρνούνται να θέσουν.


